ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΤΜΗΜΑ ΕΦΕΣΕΩΝ
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τη Δικαστή Ιωάννα Παπαδάκου, Πρωτοδίκη, που ορίσθηκε από τον Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Πρωτοδικείου Αθηνών, και τη Γραμματέα Μαγδαληνή Κορώνη.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, την 24η Μαΐου 2024, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
ΤΗΣ ΕΚΚΑΛΟΥΣΑΣ: Ιδιωτικής κεφαλαιουχικής εταιρίας με την επωνυμία “…………… Μονοπρόσωπη Ι.Κ.Ε.”, που εδρεύει στο Δήμο Σπάτων Αρτέμιδας Αττικής, …….. και εκπροσωπείται νόμιμα, με ΑΦΜ ………, η οποία παραστάθηκε δυνάμει δήλωσης του άρ. 242 παρ. 2 ΚΠολΔ διά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Χρήστου Θεοδωρόπουλου (Α.Μ.Δ.Σ.Α. 32571).
ΤΗΣ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΗΣ: Εταιρίας με την επωνυμία……. και διακριτικό τίτλο …….. και …………., που εδρεύει στο Δήμο Ευόσμου-Κορδελιού Θεσσαλονίκης, οδός ……………………..αρ. …..και εκπροσωπείται νόμιμα, με ΑΦΜ ………….., η οποία παραστάθηκε διά του πληρεξουσίου της δικηγόρου ……………………………..(Α.Μ.Δ.Σ.Θ……).
Η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη άσκησε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Κρωπίας την από 16-4-2015 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 120/2015 αγωγή σε βάρος της εναγόμενης και νυν εκκαλούσας και της μη διαδίκου στην παρούσα δίκη εταιρείας με την επωνυμία «………ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΗΛΕΚΤΡΟΛΟΓΙΚΟΥ ΥΛΙΚΟΥ», επί της οποίας εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 48/2018 απόφαση, που έκανε δεκτή την αγωγή. Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται η εκκαλούσα με την από 11-6-2018 έφεσή της, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου με αριθμό κατάθεσης ………/……../15-6-2018 και με αριθμό κατάθεσης στη Γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου ………./………/21-10-2019, δικάσιμος της οποίας ορίσθηκε αρχικά η 2-4-2021, κατά την οποία η υπόθεση δεν εκφωνήθηκε, λόγω της αναστολής της λειτουργίας των Δικαστηρίων και των Εισαγγελιών της Χώρας, κατά το χρονικό διάστημα, από 7-11-2020 έως και 5- 4-2021, προς το σκοπό αντιμετώπισης των συνεπειών της πανδημίας COVID-19 και ακολούθως ορίστηκε, αυτεπαγγέλτως, νέα δικάσιμος, κατ’ άρθρο 7452 του Ν. 4690/2020, αυτή που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας και εγγράφηκαν στο πινάκιο (ΙΣΤΣΤ 32).
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων παραστάθηκαν όπως ανωτέρω αναφέρεται, κατέθεσαν προτάσεις και ζήτησαν να γίνουν δεκτοί οι περιεχόμενοι σε αυτές ισχυρισμοί τους.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΝ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη έφεση κατά της υπ’ αριθμ. 48/2018 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Κρωπίας, που εκδόθηκε ερήμην της πρώτης εναγόμενης και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, δεδομένου ότι η εκκαλουμένη απόφαση επιδόθηκε στην εκκαλούσα επιμελεία της εφεσίβλητης, στις 29-5-2018, όπως προκύπτει από την υπ’ αριθμ. 9118/29-5-2018 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Κωνσταντίνου Καραγιάννη και η έφεση κατατέθηκε στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου στις 15-6-2018 [άρθρα 495, 511, 51351, 516§1 (όπως αυτό ίσχυε πριν την τροποποίησή του με το άρθρο 27 του Ν. 4842/2021), 517 και 51881 ΚΠολΔ). Περαιτέρω, φέρεται παραδεκτά προς συζήτηση ενώπιον του αρμόδιου καθ’ ύλην και κατά τόπο παρόντος Δικαστηρίου (άρθρο 17Α ΚΠολΔ, όπως αυτό ίσχυε πριν την τροποποίησή του με το άρθρο 1 του Ν. 4842/2021), ενώ για το παραδεκτό της κατατέθηκε το προβλεπόμενο στη διάταξη του άρθρου 49553 περ. Α’ υποπερ. α’ ΚΠολΔ παράβολο (βλ. την αναφορά της Γραμματείας του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου στην έκθεση κατάθεσης του υπό κρίση δικογράφου περί της κατάθεσης του υπ’ αριθμ. 321904812095808130093 e-Παραβόλου). Επομένως, πρέπει η κρινόμενη έφεση να γίνει τυπικά δεκτή (άρθρο 532 ΚΠολΔ) και να ερευνηθεί περαιτέρω, κατά την ίδια ως άνω διαδικασία (τακτική διαδικασία, πριν το Ν. 4335/2015 λόγω του χρόνου άσκησης της αγωγής) ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 53351 ΚΠολΔ).
Η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη με την από 16-4-2015 αγωγή της ενώπιον του Ειρηνοδικείου Κρωπίας εξέθετε ότι δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων πώλησης, για τις οποίες εκδόθηκαν τα επισυναπτόμενα σε φωτοτυπία στην υπό κρίση αγωγή και αποτελούντα αναπόσπαστο τμήμα αυτής τιμολόγια – δελτία αποστολής, πώλησε και παρέδωσε στην πρώτη εναγόμενη, μη διάδικο, τα αναφερόμενα αναλυτικώς κατ’ είδος, ποσότητα και τιμή εμπορεύματα, συνολικής αξίας 10.568,81 ευρώ, ενώ, περαιτέρω, συμφωνήθηκε ότι τα τιμολόγια αυτά ήταν πληρωτέα εντός προθεσμίας τριάντα (30) ημερών από την έκδοσή τους. Ότι για την οφειλή εκ των ανωτέρω τιμολογίων η ενάγουσα εξέδωσε την 21-10-2013 τις ειδικότερα αναφερόμενες είκοσι μία (21) συναλλαγματικές, συνολικού ποσού 10.562,50 ευρώ, τις οποίες αποδέχθηκε η πρώτη εναγόμενη, ωστόσο δεν εξόφλησε, πλην δύο εξ αυτών. Ότι κατόπιν αίτησης της ενάγουσας κατά της πρώτης εναγόμενης εκδόθηκε υπ’ αριθμ. 6604/2014 Διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, για μέρος της ανωτέρω απαίτησής της, ποσού 4.000 ευρώ. Ότι η πρώτη εναγόμενη, έναντι της συνολικής οφειλής της, έχει καταβάλει μόνο το ποσό 1.053,02 ευρώ, προς εξόφληση των δύο πρώτων τιμολογίων που περιλαμβάνονται στην αγωγή και εξακολουθεί να της οφείλει το ποσό των 8.515,79 ευρώ. Ότι στη συνέχεια η πρώτη εναγόμενη, προκειμένου να αποφύγει την καταβολή του ανωτέρω χρέους της προς από την ενάγουσα από την πώληση των εμπορευμάτων, μεταβίβασε στις 27-8-2014 το σύνολο της επιχείρησής της στη δεύτερη εναγόμενη και ήδη εκκαλούσα, η οποία συνέχισε την εμπορική δραστηριότητα της πρώτης, η δε πρώτη ενάγουσα γνωστοποίησε το γεγονός αυτό στην πελατεία της. Ότι η δεύτερη εναγόμενη τελούσε σε γνώση του γεγονότος ότι η μεταβίβαση αφορούσε στο σύνολο της επιχείρησης της πρώτης, αφού η μοναδική εταίρος και διαχειρίστρια αυτής είναι συγγενής των μετέχων της πρώτης. Με βάση το ιστορικό αυτό, ζητούσε να υποχρεωθούν οι εναγόμενες να της καταβάλουν, εις ολόκληρον, το ποσό των 9.515,79 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την πάροδο 30 ημερών από την έκδοση εκάστου τιμολογίου, άλλως από την επίδοση της αγωγής και να καταδικαστούν στα δικαστικά της έξοδα. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την εκκαλούμενη απόφασή του, αφού έκρινε την αγωγή ορισμένη και νόμιμη, την έκανε δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη και υποχρέωσε τις εναγόμενες, ευθυνόμενες εις ολόκληρον, να καταβάλουν στην ενάγουσα το ποσό των 9.515,79 ευρώ, με το νόμιμο τόκο για κάθε επιμέρους ποσό εκάστου τιμολογίου από την πάροδο 30 ημερών από την έκδοσή του. Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται η δεύτερη εναγόμενη και ήδη εκκαλούσα με την κρινόμενη έφεσή της, για τους λόγους που εκτίθενται σ’ αυτήν και ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, ζητώντας την εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης κατά το κεφάλαιο αυτής που δέχθηκε την αγωγή σε βάρος της και την απόρριψη της αγωγής κατά το μέρος που στρέφεται κατ’ αυτής.
Με τη διάταξη του άρθρου 479 του ΑΚ, στην οποία ορίζεται ότι «Αν με σύμβαση μεταβιβάστηκε περιουσία ή επιχείρηση, αυτός που αποκτά ευθύνεται απέναντι στο δανειστή έως την αξία των μεταβιβαζομένων στοιχείων για τα χρέη που ανήκουν στην περιουσία ή στην επιχείρηση. Η ευθύνη αυτού που μεταβιβάζει εξακολουθεί να υπάρχει.», καθιερώνεται αναγκαστική εκ του νόμου σωρευτική αναδοχή των χρεών με την έννοια του άρθρου 477 ΑΚ και δημιουργείται έτσι παθητική εις ολόκληρον ενοχή μεταξύ του μεταβιβάζοντας και του αποκτώντας. Από αυτούς δε τους δύο ο μεν πρώτος ευθύνεται απεριόριστα, ο δε δεύτερος περιορισμένα, και συγκεκριμένα μέχρι την αξία των μεταβιβαζομένων κατά τον χρόνο της μεταβίβασης (ΑΠ 1146/2014 ΤΝΠ Νόμος). Ως χρέη της περιουσίας που μεταβιβάστηκε, νοούνται οποιασδήποτε φύσης χρέη, είτε από σύμβαση είτε από αδικοπραξία (εκτός των προσωποπαγών), αρκεί ο γενεσιουργός αυτών νομικός λόγος να υπήρχε κατά τον χρόνο της μεταβίβασης. Για την ευθύνη του αποκτώντας δεν απαπείται να γνώριζε αυτός την ύπαρξη των χρεών, κατά τον χρόνο της μεταβίβασης, ούτε επίσης απαιτείται αυτά να είχαν αναγνωρισθεί δικαστικώς σε δίκη μεταξύ του μεταβιβάζοντας οφειλέτη και του δανειστή, μέχρι του χρόνου της μεταβίβασης. Η αγωγή του δανειστή περί μεταβίβασης περιουσίας ή ποσοστού αυτής, πρέπει να διαλαμβάνει: α) την ύπαρξη τέτοιας σύμβασης, β) τις εναντίον του μεταβιβάσαντος απαιτήσεις του, που είχαν γεννηθεί πριν από τη σύμβαση γ) την μεταβίβαση του συνόλου ή σημαντικού μέρους της περιουσίας ή της επιχείρησης και δ) τη γνώση εκείνου που απέκτησε ότι μεταβιβάστηκε το σύνολο ή το πλέον σημαντικό μέρος της περιουσίας ή της επιχείρησης (ΑΠ 1987/2014 ΤΝΠ Νόμος). Ωστόσο, δεν αποτελεί στοιχείο της αγωγής η αναφορά και η αξία των περιουσιακών στοιχείων που μεταβιβάστηκαν, καθόσον η μέχρι της αξίας αυτών ευθύνη εκείνου που απέκτησε προβάλλεται μόνο κατ’ ένσταση (ΑΠ 409/2020 ΝοΒ 2020.1244, ΑΠ 318/2008 Δνη 2009.482, ΑΠ 684/1993 Δ/νη 1994.1306, ΕφΠειρ 544/2022, ΕφΠειρ 699/2020, ΠΠρΡοδ 107/2014 ΤΝΠ Νόμος). Η γνώση αυτή θεωρείται ότι υπάρχει και όταν, ενόψει των συνθηκών υπό τις οποίες έγινε η μεταβίβαση, ο αποκτών γνώριζε την εν γένει περιουσιακή κατάσταση του μεταβιβάζοντας και μπορούσε να αντιληφθεί ότι η περιουσία που του μεταβιβάστηκε αποτελούσε το σύνολο αυτής ή το σημαντικότερο ποσοστό της (ΑΠ 1179/2020, ΑΠ 1995/2014 ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 910/2010 ΕπισκΕΔ 2010/1053). Στην περίπτωση δε κατά την οποία μεταβιβάσθηκε επιχείρηση ή άλλη περιουσιακή ομάδα ως τέτοια, η γνώση του αποκτώντας προκύπτει από αυτή την ίδια τη σύμβαση, ώστε δεν παρίσταται ανάγκη να γίνει ιδιαίτερη επίκληση και απόδειξη αυτής (ΑΠ 829/2003 ΤΝΠ Νόμος, ΕφΠειρ 699/2020 ΤΝΠ Νόμος). Εξάλλου, η μεταβίβαση της επιχείρησης είναι άτυπη, μη υποκείμενη σε κάποιο συστατικό ή αποδεικτικό τύπο, γίνεται δε με την παράδοση της επιχείρησης ως οικονομικής ενότητας στο νέο φορέα, που μπορεί να είναι φυσικό ή νομικό πρόσωπο. Οι πιο πάνω ρυθμίσεις ισχύουν και όταν ολόκληρη η περιουσία ή η επιχείρηση του οφειλέτη μεταβιβάζεται σε άλλον όχι με μία, αλλά με περισσότερες μεταβιβαστικές πράξεις και μάλιστα είτε συγχρόνως είτε διαδοχικά, με την προϋπόθεση όμως, στην τελευταία περίπτωση, οι πράξεις να αποτελούν μεταξύ τους ενότητα ή, με άλλη διατύπωση, να βρίσκονται σε στενή χρονική και οικονομική σχέση, όπως και όταν δεν μεταβιβάζεται στον αποκτώντα η επιχείρηση ως προς όλα τα επιμέρους στοιχεία της, αλλά ως προς ορισμένα, τα οποία όμως συνθέτουν τον πυρήνα, που είναι αναγκαίος, ώστε να είναι δυνατή η εξακολούθηση της λειτουργίας της (ΑΠ 1039/2010 ΤΝΠ Νόμος). Για να υπάρχει μεταβίβαση επιχείρησης ή εκμετάλλευσης ή τμήματος αυτών πρέπει να μεταβιβάζονται τόσα επιμέρους στοιχεία της επιχείρησης και κατά τέτοιο τρόπο, ώστε τα μεταβιβαζόμενα στοιχεία να διατηρούν την οργανική τους ενότητα και υπό τον νέο φορέα να είναι ικανά να πραγματοποιήσουν τον επιδιωκόμενο κερδοσκοπικό, οικονομικό ή τεχνικό σκοπό. Θα πρέπει, δηλαδή, η μεταβιβαζόμενη επιχείρηση ή εκμετάλλευση να διατηρεί την ταυτότητά της και υπό τον νέο φορέα της. Η κρίση για τη διατήρηση ή μη της ταυτότητας της οικονομικής μονάδας και επομένως, για το αν συντρέχει μεταβίβαση επιχείρησης, εκμετάλλευσης ή τμημάτων τους, εξαρτάται από τη συνολική εκτίμηση των συνθηκών της συγκεκριμένης περίπτωσης. Στο πλαίσιο της συνολικής αυτής εκτίμησης, κρίσιμα είναι τα εξής στοιχεία: 1) Η μεταβίβαση ή μη υλικών στοιχείων (κτίρια, μηχανήματα κλπ.), 2) η μεταβίβαση ή μη άυλων αγαθών και η αξία τους, 3) η απασχόληση ή μη σημαντικού μέρους του εργατικού δυναμικού της μεταβιβαζόμενης επιχειρήσεως από τον νέο επιχειρηματία, 4) η μεταβίβαση ή μη της πελατείας, 5) ο βαθμός ομοιότητας των δραστηριοτήτων, που ασκούνται πριν και μετά τη μεταβίβαση και 6) η διάρκεια της ενδεχόμενης διακοπής των δραστηριοτήτων αυτών (ΑΠ 1850/2006, ΧρΙΔ 2007.258, ΕφΠειρ 689/2011, ΤρΝομΠλ ΔΣΑ, ΜΠρΘεσ 3577/2010, ΤρΝομΠλ ΔΣΑ, βλ. και Γνωμοδότηση Δημ. Ζερδελή σε ΔΕΝ 2009.1169, με παραπομπές στη νομολογία του ΔΕΚ και στην εθνική νομολογία). Σε περίπτωση αμφιβολίας, μάλιστα, η μεταβίβαση της πελατείας θα σημαίνει και μεταβίβαση της επιχείρησης, πολύ περισσότερο όταν ο μεταβιβάζων την πελατεία κλείνει την επιχείρησή του, διότι η πελατεία συνιστά το κεντρικό συστατικό στοιχείο της επιχείρησης, χωρίς το οποίο δεν μπορεί να λειτουργήσει (ΕφΛαρ 23/2013, ΤρΝομΠλ Νόμος, Βούτση, Προστασία της επιχείρησης, 2η έκδ., σελ. 23 επ., 26 επ., Δελούκα, Η εμπορική επιχείρησις και η προστασία αυτής, 2η έκδ. 1980, σελ.4, Μ. Σταθόπουλου, Γενικό Ενοχικό Δίκαιο, έκδ. 2004, σελ. 1488, σημ. 59].
Στην προκειμένη περίπτωση η εκκαλούσα με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης έφεσης, ισχυρίζεται ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, κατ’ εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, έκρινε ορισμένη την ένδικη αγωγή εφεσίβλητης και δεν την απέρριψε ως απαράδεκτη λόγω της αοριστίας της, δεδομένου ότι στο δικόγραφό αυτής δεν αναφέρεται πώς έλαβε χώρα η επικαλούμενη μεταβίβαση επιχείρησης, η οποία την καθιστά εις ολόκληρον υπόχρεη με την πρώτη ενάγουσα για την καταβολή της επίδικης οφειλής, τον τύπο και το περιεχόμενό της, καθώς και την αξία των μεταβιβαζόμενων στοιχείων, από την οποία καθορίζεται και το ύψος της ευθύνης της. Ωστόσο, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην ανωτέρω νομική σκέψη, η αγωγή περιλαμβάνει όλα τα απαιτούμενα για το ορισμένο αυτής στοιχεία και συγκεκριμένα την ύπαρξη σύμβασης μεταβίβασης την 27-8-2014, β) τις απαιτήσεις της σε βάρος της μεταβιβάσασας επιχείρησης, που είχαν γεννηθεί πριν από τη σύμβαση, γ) τη μεταβίβαση του συνόλου της επιχείρησης της πρώτης εναγόμενης στη δεύτερη και δ) τη γνώση της τελευταίας που απέκτησε ότι μεταβιβάστηκε το σύνολο της επιχείρησης, ενώ, δεν αποτελεί στοιχείο της αγωγής η απαρίθμηση και η αξία των περιουσιακών στοιχείων που μεταβιβάστηκαν, ούτε η μέχρι της αξίας αυτών ευθύνη της δεύτερης εναγόμενης. Η αλήθεια δε των διαλαμβανόμενων στην αγωγή στοιχείων ανάγονται στην ουσιαστική βασιμότητά της και αποτελούν αντικείμενο απόδειξης, ώστε να κριθεί εάν συντρέχει η προϋπόθεση της ευθύνης της εκκαλούσας για την απαίτησης της εφεσίβλητης. Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που απέρριψε τον πρωτοδίκως προβληθέντα ισχυρισμό της δεύτερης εναγομένης περί αοριστίας της κρινόμενης αγωγής, δεν έσφαλε, συμπληρωμένης της εκκαλουμένης με τις αιτιολογίες της παρούσας (άρθρο 534 ΚΠολΔ) και, συνακόλουθα, απορριπτομένου ως κατ’ ουσίαν αβάσιμου του πρώτου λόγου της έφεσης.
Από την επανεκτίμηση της κατάθεσης του μάρτυρα ανταπόδειξης, ο οποίος εξετάστηκε ενόρκως στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, με επιμέλεια της δεύτερης εναγομένης και περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασής του, της με αριθμό 298/11-1- 2017 ένορκης βεβαίωσης της μάρτυρος Δέσποινας Ασλανίδου, που ελήφθη με επιμέλεια της ενάγουσας ενώπιον της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Γεωργίας Χρουσαλά, μετά προηγούμενη νομότυπη και εμπρόθεσμη, προς 2 εργάσιμων ημερών, κλήτευση της δεύτερης εναγόμενης (βλ. τη με αριθμό 8001/4-1-2017 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Κωνσταντίνου Καραγιάννη), η οποία νομίμως λαμβάνεται υπ’ όψιν δεδομένου ότι η κλήση για τη λήψη ένορκης βεβαίωσης δεν είναι απαραίτητο να αναφέρει την ημερομηνία εκδίκασης της αγωγής ή του ένδικου μέσου (ΑΠ 1263/2020, ΤΝΠ Ισοκράτης) απορριπτομένου του τρίτου λόγου έφεσης με τον οποίο η εκκαλούσα ισχυρίζεται το αντίθετο, από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (άρθρα 33653, 339, 395 και 432 επ. ΚΠολΔ), καθώς και από τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, που λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη εταιρεία, με αντικείμενο την εμπορία κάθε είδους ηλεκτρολογικού υλικού, λαμπτήρων και υδραυλικών ειδών, στο πλαίσιο της εμπορικής της δραστηριότητας, πώλησε και παρέδωσε, κατά το χρονικό διάστημα από 19-3-2011 έως 18-10-2011 στην πρώτη εναγόμενη εταιρεία με την επωνυμία «…….ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΗΛΕΚΤΡΟΛΟΓΙΚΟΥ ΥΛΙΚΟΥ», μη διάδικο εν προκειμένω, ηλεκτρολογικά είδη. Για τις διαδοχικές αυτές συμβάσεις πώλησης εκδόθηκαν τα υπ’ αριθμ. 13.437/28-3-2011, 13.447/29-3-2011, 13.448/29-3-2011, 13.526/7-4-2011, 13699/27-4-2011, 13.700/27-4-2011, 13.997/31-5-2011, 13.998/31-5-2011, 13.999/31-5-2011, 14.084/9-6-2011, 14.093/10-6-2011, 14.169/21-6-2011, 14.240/30-6-2011, 14.241/30-6-2011, 14.594/24-8-2011, 14.726/9-9-2011, 14.939/5-10-2011 και 15.016/18-10-2011 τιμολόγια δελτία αποστολής, συνολικής αξίας, πλέον ΦΠΑ 23%, 10.568,81 ευρώ, που περιλαμβάνουν τα ειδικότερα αναφερόμενα κατά ποσότητα και τιμή μονάδας πωληθέντα εμπορεύματα, το τίμημα των οποίων είχε συμφωνηθεί εξοφλητέο μετά την πάροδο τριάντα ημερών από την έκδοση κάθε τιμολογίου. Η πρώτη εναγόμενη αν και παρέλαβε ανεπιφύλακτα τα εμπορεύματα κατέβαλε μόνο το ποσό των 1.053,02 ευρώ, με το οποίο εξόφλησε ολοσχερώς, τα δύο πρώτα υπ’ αριθμ. 13.437/28-3-2011 και 13.447/29-3 2011, τιμολόγια-δελτία αποστολής, ποσού 395,97 και 621,15 ευρώ, αντίστοιχα, και μερικώς το υπ’ αριθμ. 13448/29-3- 2011 τιμολόγιο-δελτίο αποστολής, κατά το ποσό των 35,90 ευρώ. Εξακολουθεί δε να οφείλει το ποσό των 9.515 ευρώ, το οποίο, παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις και διαμαρτυρίες της ενάγουσας δεν έχει καταβάλει. Για το ως άνω συνολικό ποσό της οφειλής, η ενάγουσα εξέδωσε, την 21-10-2013, είκοσι μία (21) συναλλαγματικές, τις οποίες αποδέχθηκε η πρώτη εναγόμενη και εμφανίσθηκαν προς πληρωμή στην τράπεζα «EFG EUROBANK ERGASIAS ΑΕ». Επιπλέον, κατόπιν κατάθεσης εκ μέρους της ενάγουσας της από 24-11- 2014 αίτησης κατά της πρώτης εναγομένης ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 6604/2014 Διαταγή Πληρωμής του Δικαστή του ανωτέρω Δικαστηρίου, με την οποία υποχρεώθηκε η καθ’ ης να της καταβάλει το ποσό 4.000 ευρώ, με βάση τις αναφερόμενες σε αυτήν οκτώ (8) από τις παραπάνω συναλλαγματικές, οι οποίες δεν πληρώθηκαν κατά τη λήξη τους. Όλα τα ανωτέρω αποτελούν παραδοχές της εκκαλουμένης που δεν πλήττονται με λόγο έφεσης. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η πρώτη εναγόμενη ανώνυμη εταιρεία εντός του έτους 2014 έκλεισε όλα τα υποκαταστήματά της και σταδιακά διέκοψε ουσιαστικά τη λειτουργία της, παρά το γεγονός ότι δεν λύθηκε τυπικά έως και την κατάθεση αίτησης πτώχευσης τον Ιούλιο του έτους 2018, ήτοι μετά την έκδοση της εκκαλουμένης απόφασης. Την ίδια χρονική περίοδο και συγκεκριμένα την 9-9-2014 συστάθηκε η δεύτερη εναγόμενη και ήδη εκκαλούσα μονοπρόσωπη ιδιωτική κεφαλαιουχική εταιρεία με ιδρύτρια και μοναδική εταίρο την……του ……..και αντικείμενο το χονδρικό και λιανικό εμπόριο παντός είδους οικιακού εξοπλισμού και συναφών ειδών, επίπλων, φωτιστικού και ηλεκτρολογικού εξοπλισμού και οικιακών ειδών. Η ανωτέρω μέτοχος έχει συγγενική σχέση με μέλη του ΔΣ της οφειλέτριας ανώνυμης εταιρείας και συγκεκριμένα είναι σύζυγος του ………….., μετόχου και νομίμου εκπροσώπου αυτής έως και το 2011 και μητέρα της ……… η οποία έγινε μέλος του διοικητικού συμβουλίου, μετά την αποχώρηση του πατρός της, ενώ κατά το παρελθόν εργαζόταν σε αυτήν. Η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη με την αγωγή της ισχυρίστηκε ότι, η αναστολή λειτουργίας της πρώτης εναγομένης ήταν προϊόν συμφωνίας των δύο εταιριών, ώστε να μεταβιβασθεί περί τα τέλη Αυγούστου του έτους 2014 από την πρώτη στη δεύτερη, κατά τη σύστασή της, το σύνολο της επιχειρηματικής της δραστηριότητας, χωρίς όμως να αναληφθούν και τα χρέη της, μεταξύ των οποίων και αυτό προς την ενάγουσα, που απορρέει από τις προαναφερόμενες συμβάσεις πώλησης. Ως προς το κρίσιμο επίδικο ζήτημα της μεταβίβασης επιχείρησης, θα πρέπει να ληφθούν υπόψη τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέιψη της παρούσας απόφασης κριτήρια. Ειδικότερα, δεν αποδείχθηκε ότι υπήρξε οποιαδήποτε μεταβίβαση εγκαταστάσεων, μηχανημάτων και εξοπλισμού που θα μπορούσε να αξιοποιήσει η εκκαλούσα. Αντιθέτως, η τελευταία ξεκίνησε τη λειτουργία της σε διαφορετική έδρα, στα Σπάτα Αττικής, επί της ………αρ. …….. η οποία ακολούθως μεταφέρθηκε στο χλμ της Λεωφόρου Μαραθώνος, στο Πικέρμι Αττικής, ενώ άνοιξε δύο ακόμη υποκαταστήματα επί της ………αρ. , στη Νέα Μάκρη Αττικής και επί της……. ,αρ…….. στην Αρτέμιδα Αττικής, σε ακίνητα που μίσθωσε για το σκοπό αυτό, ενώ η πρώτη εναγόμενη είχε την έδρα της επί της οδού …… αρ. ….. στο Δήμο Αθηναίων και τρία υποκαταστήματα, επί της Λεωφόρου Βάρης αρ…….στη Βούλα Αττικής, στο …..χλμ της Λεωφόρου Μαραθώνος, στην Παλλήνη Αττικής και επί της Λεωφόρου Σπάτων, στην Αρτέμιδα Αττικής. Τα δύο μάλιστα από τα παραπάνω ακίνητα, όπου στεγάζονταν τα υποκαταστήματα της ανώνυμης εταιρείας, στην Παλλήνη και στη Βούλα, ανήκουν κατά ποσοστό 33,33% στο σύζυγο της διαχειρίστριας της εκκαλούσας ……., παρ’ όλα αυτά δεν χρησιμοποιήθηκαν από την ανωτέρω για την άσκηση της εμπορικής της δραστηριότητας. Περαιτέρω, παρ’ ότι αποδείχθηκε ότι η βασική ασκούμενη δραστηριότητα των δύο επιχειρήσεων ήταν η ίδια, ήτοι η εμπορία ηλεκτρολογικού υλικού, δεν υπήρξε μεταβίβαση άυλων αγαθών (σήμα, διακριτικός τίτλος κ.λπ.). Η συζυγική δε σχέση μεταξύ της μοναδικής μετόχου της εκκαλούσας, ……………. με τον …………., μέτοχο της ανώνυμης εταιρείας και νόμιμο εκπρόσωπο αυτής έως και το 2011 και το γεγονός ότι μετά την αποχώρησή του από διοικητικό συμβούλιο αυτής, αντικαταστάθηκε από την κόρη τους,,,,,,,,, δεν μπορεί να θεωρηθεί καθοριστικός παράγοντας για την ύπαρξη μεταβίβασης της επιχείρησης, καθόσον, ακόμη και αν η ανωτέρω διαχειρίστρια της εκκαλούσας επέλεξε την ενασχόλησή της με αντικείμενο παρεμφερές με αυτό της εταιρείας της οποίας μέλος ήταν ο σύζυγός της, εκμεταλλευόμενη ενδεχομένως ότι το όνομά του ήταν συνδεδεμένο με τη συγκεκριμένη εμπορική δραστηριότητα επί πολλά έτη, αυτό δεν αποτελεί αποφασιστικό κριτήριο που να υποδηλώνει ότι υποκρύπτεται μεταβίβαση επιχείρησης. Περαιτέρω, το γεγονός ότι μετά την παύση της λειτουργίας του καταστήματος της πρώτης εναγόμενης στην Παλλήνη, αναρτήθηκε ανακοίνωση προς την πελατεία της ότι θα λειτουργεί σε νέα διεύθυνση, παραπέμποντας σε κατάστημα ευρισκόμενο σε απόσταση 500 μέτρων, αναφερόμενη στο υποκατάστημα της εκκαλούσας στο Πικέρμι, δεν αποδεικνύει, άνευ συνδρομής και των λοιπών προϋποθέσεων, τη μεταβίβαση της επιχείρησης, υπό την έννοια που αναλύεται στην ανωτέρω νομική σκέψη, ιδίως λαμβανομένης υπ’ όψιν της προαναφερόμενης συζυγικής σχέσης της μοναδικής μετόχου της εκκαλούσας, με τον μέτοχο της ανώνυμης εταιρείας, Ιωάννη Τόλια (στο ακίνητο συγκυριότητας του οποίου έγινε η σχετική ανάρτηση) ο οποίος, μετά την ουσιαστική αδράνεια της δικής του επιχείρησης. παραπέμψει μέρος της πελατείας που μετά βεβαιότητας είχε εδραιώσει στη συγκεκριμένη περιοχή, ως εκ της πολυετούς λειτουργίας της από το έτος 2001, στο αντίστοιχο κατάστημα συμφερόντων της συζύγου του. Εξάλλου, από τα προσκομιζόμενα ευρετήρια πελατών αμφότερων των επιχειρήσεων, δεν προκύπτει απορρόφηση από την εκκαλούσα της πελατείας της οφειλέτριας της ενάγουσας. Σε κάθε, όμως, περίπτωση, δεδομένης της ταύτισης των περιοχών δραστηριοποίησης των δύο εταιρειών (ως προς τα υποκαταστήματα του Πικερμίου και της Αρτέμιδας) και ιδίως της εγγύτητας του υποκαταστήματος έκαστης σε Παλλήνη και Πικέρμι, ακόμη και αν κάποιοι από τους πελάτες επέλεξαν, έστω και εξ ανάγκης, την έτερη επιχείρηση που δραστηριοποιείται στην ίδια περιοχή για την προμήθεια των αντίστοιχων εμπορευμάτων, το γεγονός αυτό δεν αποτελεί ένδειξη μεταβίβασης οικονομικής οντότητας, όπως η έννοια αυτή ορίστηκε ανωτέρω, ακριβώς διότι η πελατεία μιας επιχείρησης, που είναι οργανωμένη βάσει διαφόρων υλικών και άυλων (επωνυμία, σήμα, πελατεία κ.λπ.) συντελεστών παραγωγής καθώς και ανθρώπινου δυναμικού, δεν αποτελεί στοιχείο που επαρκεί για την συγκρότηση την έννοιας της οικονομικής οντότητας. Περαιτέρω, η εφεσίβλητη ισχυρίζεται ότι μετά την παύση της λειτουργίας της πρώτης εναγόμενης ο νόμιμος εκπρόσωπός της, ζήτησε εφεξής τα τιμολόγια να εκδίδονται με τα στοιχεία της εκκαλούσας εταιρείας, πλην όμως, τα προσκομιζόμενα από την εφεσίβλητη τιμολόγια δελτία αποστολής αφορούν νέες συμβάσεις πώλησης εμπορευμάτων που συνήφθησαν με την εκκαλούσα μετά την αναστολή της λειτουργίας των καταστημάτων της εταιρείας «ΑΦΟΙ ……..Α.Ε.» και ως εκ τούτου αποδεικνύουν την μεταξύ τους συνεργασία το μεταγενέστερο της παύσης της δραστηριότητας της παραπάνω εταιρείας χρονικό διάστημα και την κατάρτιση των συμβάσεων πώλησης για τις οποίες εκδόθηκαν, όχι όμως και το γεγονός ότι η εκκαλούσα διαδέχθηκε την ανωτέρω ανώνυμη εταιρεία, δεδομένου ότι ως τόπος παράδοσης αναφέρεται η έδρα της εκκαλούσας στο Πικέρμι Αττικής, επί του ……χλμ της Λεωφόρου Μαραθώνος, χωρίς από κάποιο στοιχείο να προκύπτει η εμπλοκή της πρώτης εναγόμενης. Η ανωτέρω δε κρίση δεν αναιρείται, ακόμη και αν η συνεργασία αυτή έγινε κατόπιν παρότρυνσης του συζύγου της διαχειρίστριας της εκκαλούσας ο οποίος, όπως προαναφέρθηκε, έχει συμφέρον για την προαγωγή της επιχειρηματικής δράσης της ανωτέρω συζύγου του. Άλλωστε, δεν αποδείχθηκε η απορρόφηση του εργατικού δυναμικού της πρώτης ενάγουσας από την εκκαλούσα, καθόσον από τους προσκομιζόμενους πίνακες προσωπικού δεν προκύπτει, ούτε εν μέρει, ταύτιση του προσωπικού αυτών. Τέλος, προς επιστήριξη του ισχυρισμού της ενάγουσας εφεσίβλητης περί ύπαρξης μεταβίβασης επιχείρησης, προσκομίζεται ένα μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου από υπάλληλο της πρώτης εναγομένης που απευθύνεται στην ενάγουσα και στο οποίο αναφέρεται ότι «η εταιρία ΑΦΟΙ …….δεν είναι σε λειτουργία, οπότε δεν υπάρχει λόγος να στέλνετε σε αυτή την ηλεκτρονική διεύθυνση». Ωστόσο, από το μήνυμα αυτό προκύπτει μόνο η παύση λειτουργίας της ανωτέρω εταιρείας, με την οποία έως τότε η ενάγουσα είχε οικονομικές συναλλαγές στο πλαίσιο των οποίων έστελνε στην ηλεκτρονική της διεύθυνση ενημερωτικά μηνύματα σχετικά με τα προϊόντα της, χωρίς να υπάρχει παραπομπή σε κάποια αντίστοιχη διεύθυνση της εκκαλούσας ή υπόμνηση για κάποιον άλλο τρόπο επικοινωνίας με την τελευταία, με σκοπό να συνεχιστεί η συνεργασία τους με τη νέα, πλέον, επιχείρηση. Κατόπιν των ανωτέρω, δεν αποδείχθηκε συμφωνία μεταβίβασης μεταξύ της επιχείρησης «ΑΦΟΙ …….ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΗΛΕΚΤΡΟΛΟΓΙΚΟΥ ΥΛΙΚΟΥ» και της επιχείρησης της εκκαλούσας, διότι ουδέν υλικό ή άυλο στοιχείο μεταβιβάστηκε από την πρώτη στη δεύτερη, αντίθετα η εκκαλούσα δραστηριοποιήθηκε μεν στον ίδιο κλάδο εμπορικής δραστηριότητας, πλην όμως με ίδια μέσα, πόρους και εργατικό δυναμικό. Πρέπει, επομένως, να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη η αγωγή κατά το μέρος που ασκείται κατά της δεύτερης εναγόμενη εταιρείας, διότι δεν ιδρύθηκε αλληλέγγυα εις ολόκληρον ευθύνη της με την οφειλέτρια της απαίτησης της ενάγουσας. Με βάση τις παραδοχές αυτές, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο δέχθηκε τα αντίθετα και δη ότι η εκκαλούσα – δεύτερη εναγόμενη ευθύνεται, κατά το άρθρο 479 ΑΚ, εις ολόκληρον με την πρώτη εναγόμενη για τα χρέη της τελευταίας απέναντι στην ενάγουσα και δέχθηκε την αγωγή της ως ουσιαστικά βάσιμη και ως προς αυτήν, υποχρεώνοντάς την να καταβάλει εις ολόκληρον με την πρώτη εναγόμενη της παραπάνω αγωγής το ποσό των 9.515,79 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την πάροδο τριάντα (30) ημερών από την έκδοση εκάστου τιμολογίου, έσφαλε κατά την εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων, κατά παραδοχή των σχετικών λόγων της υπό κρίση έφεσης.
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτή η έφεση και ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα, να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου της έφεσης στην εκκαλούσα και να εξαφανισθεί εν μέρει η εκκαλουμένη απόφαση, κατά το ανωτέρω κεφάλαιο, ως προς την εκκαλούσα, για την οποία, εξάλλου, μεταβιβάστηκε η υπόθεση ενώπιον του δευτεροβάθμιου τούτου
Δικαστηρίου με την ένδικη έφεση, λαμβανομένου υπόψη ότι, εφόσον κατά τη διάταξη του άρθρου 522 ΚΠολΔ, η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους, το Εφετείο κρίνει αν το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο αποφάσισε σωστά, με βάση τα παράπονα που περιλαμβάνονται στην έφεση και το δικόγραφο των προσθέτων λόγων, ενώ σφάλματα της απόφασης, που δεν προσβλήθηκαν από τον εκκαλούντα, δεν λαμβάνονται υπόψη και έτσι επί απλής ομοδικίας, το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα περιορίζεται στον ομόδικο από τον οποίο ασκείται η έφεση και δεν εκτείνεται στους λοιπούς απλούς ομοδίκους. Εν συνεχεία, αφού κρατηθεί και δικαστεί η από 16-4-2015 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 120/2015 αγωγή κατ’ ουσίαν από το παρόν Δικαστήριο (άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ), πρέπει αυτή να απορριφθεί ως προς τη δεύτερη εναγόμενη εταιρεία. Τέλος, η δικαστική δαπάνη και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας, πρέπει να συμψηφιστεί στο σύνολό της, μεταξύ των διαδίκων, διότι η ερμηνεία του κανόνα δικαίου που εφαρμόστηκε ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθρο 179 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό της παρούσας. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.
ΔΕΧΕΤΑΙ την έφεση τυπικά και κατ’ ουσίαν.
ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ την εκκαλουμένη, υπ’ αριθμ. 48/2018 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Κρωπίας (τακτική διαδικασία) ως προς την εκκαλούσα, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό κεφάλαιο.
ΚΡΑΤΕΙ την υπόθεση κατά το κεφάλαιο αυτό και δικάζει την από 16-4- 2015 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 120/2015 αγωγή.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την ανωτέρω αγωγή ως προς τη δεύτερη εναγομένη- εκκαλούσα.
ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ στο σύνολό της τη μεταξύ των διαδίκων δικαστική δαπάνη και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, την 7. Νοεμβρίου 2025, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων τους δικηγόρων.
Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ


Leave a Reply