ΜονΠρωτΑθ 9664/2025

ΑΠΟΦΑΣΗ  9664/2025

 Αριθμός έκθεσης κατάθεσης έφεσης:…./2021

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ 

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΕΚΟΥΣΙΑΣ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑΣ 

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τον Δικαστή Ιωάννη Μαμαδά, Πρόεδρο Πρωτοδικών, ο οποίος ορίστηκε από τον Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Πρωτοδικείου, και από τη Γραμματέα Ελένη Κρητικού.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του κατά τη δικάσιμο της 8% Νοεμβρίου 2024, για να κρίνει την υπόθεση που αναφέρεται στη διαφορά μεταξύ:

ΤΗΣ ΕΚΚΑΛΟΥΣΑΣ ΑΙΤΟΥΣΑΣ ΚΑΘ’ ΗΣ ΟΙ ΑΥΤΟΤΕΛΕΙΣ ΠΡΟΣΘΕΤΕΣ

ΠΑΡΕΜΒΑΣΕΙΣ: Της…….του …….., κατοίκου Αγίου Δημητρίου Αττικής (οδός ……….αριθμός ….), κατόχου του ……αριθμού φορολογικού μητρώου, η οποία παραστάθηκε διά του πληρεξούσιου Δικηγόρου της Χρήστου Θεοδωρόπουλου του Ιωάννη (Α.Μ. Δ.Σ.Α. 32571), κατοίκου Αθηνών (οδός Αλεξάνδρου Σούτσου αριθμός 18), που κατάθεσε προτάσεις.

ΚΥΡΙΩΣ ΤΩΝ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΩΝ – ΠΡΟΣ ΟΥΣ Η ΕΠΙΔΟΣΗ ΤΗΣ ΑΙΤΗΣΗΣ ΠΑΡΕΜΒΑΙΝΟΥΣΑΣ – ΥΠΕΡ ΗΣ ΟΙ ΑΥΤΟΤΕΛΕΙΣ ΠΡΟΣΘΕΤΕΣ ΠΑΡΕΜΒΑΣΕΙΣ: (1) ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.», η οποία εδρεύει στην Αθήνα (οδός Αμερικής αριθμός 40) και νόμιμα εκπροσωπείται, είναι κάτοχος του 094014298 αριθμού φορολογικού μητρώου και δεν παραστάθηκε, (2) αλλοδαπής ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «HSBC FRANCE», η οποία εδρεύει στο Παρίσι της Γαλλίας και νόμιμα εκπροσωπείται, διατηρεί υποκατάστημα στην Αθήνα (Λεωφόρος Μεσογείων αριθμός 109-111), είναι κάτοχος του 997011129 αριθμού φορολογικού μητρώου και δεν παραστάθηκε, (3) Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο νόμιμα εκπροσωπείται από την Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων και εδρεύει στην Αθήνα (οδός Καραγεώργη Σερβίας αριθμός 10), είναι κάτοχος του 090165560 αριθμού φορολογικού μητρώου και παραστάθηκε διά της Δικαστικής Πληρεξούσιας του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Αναστασίας Παρασκευαΐδη (Α.Μ. Ν.Σ.Κ. 586), κατοίκου Αθηνών (οδός Αμαλίας αριθμός 12), που κατάθεσε προτάσεις, (4) Δημόσιας Οικονομικής Υπηρεσίας Ηλιουπόλεως, η οποία εδρεύει στην Ηλιούπολη Αττικής (Λεωφόρος Βουλιαγμένης αριθμός 387), η οποία δεν παραστάθηκε, (5) υπό ειδική εκκαθάριση ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε. (ΥΠΟ ΕΙΔΙΚΗ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ)», η οποία εδρεύει στην Αθήνα (Λεωφόρος Μεσογείων αριθμός 109-111), είναι κάτοχος του 094326270 αριθμού φορολογικού μητρώου, εκπροσωπείται νόμιμα από τον ειδικό εκκαθαριστή της ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία «ΡΟΗ ΕΝΙΑΙΑ ΕΙΔΙΚΗ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ, ΕΙΔΙΚΟΣ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΤΗΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΩΝ ΙΔΡΥΜΑΤΩΝ» και δεν παραστάθηκε, και (6) οργανισμού κοινωνικής ασφάλισης με την επωνυμία «ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΟΣ ΕΘΝΙΚΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ (ΕΦΚΑ)», 0 οποίος εδρεύει στην Αθήνα (οδός Αμερικής αριθμός 12) και νόμιμα εκπροσωπείται, είναι κάτοχος του 997072577 αριθμού φορολογικού μητρώου και παραστάθηκε δια του πληρεξούσιου Δικηγόρου του Δημητρίου Στάθη του Γεωργίου (Α.Μ. Λ.Σ.Α. 15208), κατοίκου Αθηνών (οδός Δημητρίου Γρηγορίου αριθμός 61, που κατάθεσε προτάσεις,

ΤΩΝ ΑΥΤΟΤΕΛΩΣ ΠΡΟΣΘΕΤΩΣ ΠΑΡΕΜΒΑΙΝΟΥΣΩΝ: (1) ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «INTRUM HELLAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ», η οποία εδρεύει στην Αθήνα (Λεωφόρος Μεσογείων αριθμός 109-111) και νόμιμα εκπροσωπείται, είναι κάτοχος του 801215902 αριθμού φορολογικού μητρώου και παραστάθηκε διά της πληρεξούσιας Δικηγόρου της Μαρίας Καλογεροπούλου του Χρυσοστόμου (Α.Μ. Δ.Σ.Α. 24831), κατοίκου Βριλησσίων Αττικής (οδός Αώου αριθμός 3), που κατάθεσε προτάσεις, και (2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «ΑTTICA BANK ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΡΑΠΕΖΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ», η οποία εδρεύει στην Αθήνα (οδός Ομήρου αριθμός 23) και νόμιμα εκπροσωπείται, είναι κάτοχος του 094014170 αριθμού φορολογικού μητρώου και παραστάθηκε διά του πληρεξούσιου Δικηγόρου της Ιωάννη Φυτιλή του Χρήστου (Α.Μ. Δ.Σ.Α. 24753), κατοίκου Αθηνών (επί της συμβολής των οδών Ιπποκράτους και Καλλιδρομίου αριθμός 6), που κατάθεσε προτάσεις.

Η ΕΚΚΑΛΟΥΣΑ κατάθεσε στη Γραμματεία του Ειρηνοδικείου Αθηνών την 29-04-2021 την με ίδια ημερομηνία έφεσή της κατά της με αριθμό …./09-12-2019 απόφασης του ως άνω Δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε η με αριθμό …./…../02-06-2016 αίτησή της με αντικείμενο την υπαγωγή των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών της στα διαδικασία ρύθμισης του ν. 3869/2010. Σχετικά συντάχθηκε η με αριθμό …../……/29-04- 2021 έκθεση κατάθεσης δικογράφου. Την 11-05-2021 η εκκαλούσα κατάθεσε στη Γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου αντίγραφα της κατά τα ανωτέρω έφεσής της και της εκκαλούμενης με αυτήν απόφασης. Σχετικά συντάχθηκε η με αριθμό …./…../11-05- 2021 έκθεση κατάθεσης δικογράφου και η συζήτηση της υπόθεσης ορίστηκε για τη δικάσιμο που μνημονεύεται στην αρχή της απόφασης, αυτή δε εγγράφηκε στο με στοιχεία ΙΒΒ (ΜΟΝ) πινάκιο υπό τον αριθμό 1. 

ΚΑΤΑ τη συζήτηση της υπόθεσης, μετά την εκφώνησή της κατά τη σειρά εγγραφής της στο οικείο πινάκιο, τηρήθηκαν τα με αριθμό 18914/08-11-2024 πρακτικά συζήτησης του παρόντος Δικαστηρίου.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Από τα επικυρωμένα φωτοτυπικά αντίγραφα των με στοιχεία 589ΣΤ/28-08-2024, 586ΣΤ/28-08-2024, 591ΣΤ/28-08-2024 και 587ΣΤ/28-08-2024 εκθέσεις επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών Ιωάννη Αγγελόπουλου, τις οποίες προσκομίζει η εκκαλούσα, αποδεικνύεται ότι επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση έφεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο, η οποία μνημονεύεται στην αρχή της απόφασης, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, στην πρώτη, τη δεύτερη, την τέταρτη και την πέμπτη των εφεσίβλητων αντίστοιχα. Ωστόσο, καμία από τις ανωτέρω δεν παραστάθηκε κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στη δικάσιμο αυτή, μετά την εκφώνησή της κατά τη σειρά εγγραφής της στο οικείο πινάκιο, ενώ παραστάθηκε η εκκαλούσα, το τρίτο και ο έκτος των εφεσίβλητων. Συντρέχει, επομένως, νόμιμη περίπτωση να εξεταστεί κατ’ ουσίαν η υπό κρίση έφεσης ερήμην της πρώτης, της δεύτερης, της τέταρτης και της πέμπτης των εφεσίβλητων (άρθρο 764 παρ. 2 εδ. β΄ ΚΠολΔ σε συνδυασμό προς το άρθρο 3 εδ. β΄ του ν. 3869/2010).

IL Η υπό κρίση έφεση κατά της με αριθμό …../09-12-2019 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε μετά από συζήτηση της υπόθεσης αντιμωλία της εκκαλούσας και της πρώτης, της δεύτερης, του τρίτου και της έκτης των εφεσίβλητων και ερήμην των υπόλουτων διαδίκων κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 741επ. ΚΠολΔ σε συνδυασμό προς άρθρο 3 εδ. β΄ του ν. 3869/2010) και με την οποία απορρίφθηκε η με αριθμό έκθεσης κατάθεσης …./…../02-06-2016 αίτηση της εκκαλούσας με αντικείμενο την υπαγωγή των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών της στα διαδικασία ρύθμισης του ν. 3869/2010, αρμόδια εισάγεται ενώπιον του παρόντος

Δικαστηρίου (άρθρο 17Α εδ. α΄ ΚΠολΔ σε συνδυασμό προς το άρθρο 741 του ίδιου Κώδικα, όπως η πρώτη από τις ανωτέρω διατάξεις ίσχυε πριν την κατάργησή της από τη διάταξη του άρθρου 52 του ν. 5134/2024), στην περιφέρεια του οποίου βρισκόταν η έδρα του Ειρηνοδικείου Αθηνών, έχει δε ασκηθεί παραδεκτά και εμπρόθεσμα από την εκκαλούσα, η οποία άσκησε την κατά τα ανωτέρω αίτηση (άρθρο 495 παρ. 1 και 2, 498 παρ. 1 εδ. α΄ και παρ. 2, 511, 513 παρ. 1 περ. β΄ εδ. α΄, 518 παρ. 2, 520 παρ. 1, 741, 761 και 762 ΚΠολΔ σε συνδυασμό προς τα άρθρα 3 εδ. β΄ και 14 του ν. 3869/2010), δεδομένου ότι κατατέθηκε στη Γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου την 29-04-2021, δηλαδή εντός της νόμιμης προθεσμίας των δύο (2) ετών από τη δημοσίευση της εκκαλούμενης απόφασης, της οποίας επίδοση στην εκκαλούσα δεν αποδεικνύεται. Εξάλλου, η τελευταία κατάθεσε κατά την άσκηση της έφεσής της το παράβολο, το οποίο οριζόταν από τη διάταξη του άρθρου 495 παρ. 3 εδ. α΄ περ. Α΄ υποπερ. α΄ ΚΠολΔ σε συνδυασμό προς το άρθρο 741 του ίδιου Κώδικα, όπως σχετικά βεβαιώνεται από τη Γραμματέα του Ειρηνοδικείου Αθηνών επί της με αριθμό …./…../29-04-2021 έκθεσης κατάθεσης δικογράφου. Πρέπει, επομένως, να γίνει τυπικά δεκτή η υπό κρίση έφεση και να εξεταστεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό της προβολής και τη βασιμότητα των επιμέρους λόγων της (άρθρο 533 παρ. 1 ΚΠολΔ σε συνδυασμό προς το άρθρο 741 του ίδιου Κώδικα). Πρέπει, επομένως, να γίνει τυπικά δεκτή η υπό κρίση έφεση και να εξεταστεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό της προβολής και τη βασιμότητα του μοναδικού της λόγου (άρθρο 533 παρ. 1 ΚΠολΔ σε συνδυασμό προς το άρθρο 741 του ίδιου Κώδικα).

III. Με προφορική δήλωση της πληρεξούσιας Δικηγόρου της στο ακροατήριο του Δικαστηρίου κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, η οποία καταχωρήθηκε στα με αριθμό 18914/08-11-2024 πρακτικά συζήτησης αυτού, η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία INTRUM HELLAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ» άσκησε αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της πρώτης εφεσίβλητη επικαλούμενη ότι με την από 16-03-2021 σύμβαση διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων, της οποίας περίληψη δημοσιεύθηκε νόμιμα και καταχωρήθηκε στα βιβλία του ν. 2844/2000 του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών, έχει αναλάβει τη διαχείριση των προς ρύθμιση απαιτήσεων της πρώτης εφεσίβλητης κατά της εκκαλούσας για λογαριασμό της εταιρίας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «SUNRISE | NPL FINANCE DAC», η οποία εδρεύει στο Δουβλίνο της Ιρλανδίας και στην οποία εκχωρήθηκαν οι εν λόγω απαιτήσεις με βάση την από 16-03-2021 σύμβαση πώλησης και μεταβίβασης απαιτήσεων, η οποία δημοσιεύθηκε νόμιμα και καταχωρήθηκε στα βιβλία του ν. 2844/2000 του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών, με συνέπεια η ισχύς της παρούσας απόφασης να εκτείνεται και στις δικές της έννομες σχέσεις, και ζήτησε να γίνει δεκτή η παρέμβασή της και να απορριφθεί η υπό κρίση έφεση.

Με το ως άνω περιεχόμενο και αίτημά της η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση παραδεκτά ασκήθηκε (άρθρα 174 εδ. α΄, 68, 80, 752 παρ. 2 ΚΠολΔ και 2 παρ. 4 του ν. 4354/2015) ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου από της ως άνω ανώνυμη εταιρία, η οποία δεν έφερε την ιδιότητα του διαδίκου της δίκης που άνοιξε με την με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 17625/435/02-06-2016 αίτηση και βρίσκει έρεισμα στο νόμο και, συγκεκριμένα, στις διατάξεις των άρθρων 80, 83, 741 ΚΠολΔ και 10 του ν. 3156/2003. Πρέπει, επομένως, να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης αντιμωλία της εκκαλούσας και της αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσας, η οποία θεωρείται πως αντιπροσωπεύει την πρώτη εφεσίβλητη (άρθρα 76 παρ. 1 εδ. β΄, 83, 274 παρ. 2 περ. β΄ ΚΠολΔ σε συνδυασμό προς τη διάταξη του άρθρου 741 του ίδιου Κώδικα).

IV. Με δήλωση του πληρεξούσιου Δικηγόρου της στο ακροατήριο του Δικαστηρίου κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, η οποία καταχωρήθηκε στα με αριθμό 18914/08-11-2024 πρακτικά συζήτησης αυτού, η ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία «ΑATTICA BANK ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΡΑΠΕΖΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ» άσκησε αυτοτελή παρέμβαση υπέρ της δεύτερης εφεσίβλητης, επικαλούμενη ότι με την με αριθμό 49817/03-09-2024 πράξη του Συμβολαιογράφου Αθηνών Γεωργίου Στεφανάκου κατέστη καθολική διάδοχος με συγχώνευση διά απορρόφησης της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «ΠΑΓΚΡΗΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ», στην οποία είχε μεταβιβαστεί η απαίτηση της δεύτερης εφεσίβλητης κατά της εκκαλούσας δυνάμει του με αριθμό πρωτοκόλλου 1266/19- 12-2017 εγγράφου της Διεύθυνσης Εποπτείας Πιστωτικού Συστήματος της Τράπεζας της Ελλάδος, με συνέπεια η ισχύς της παρούσας απόφασης να εκτείνεται και στις δικές της έννομες σχέσεις, και ζήτησε να γίνει δεκτή η παρέμβασή της και να απορριφθεί η υπό κρίση έφεση.

Με το ως άνω περιεχόμενο και αίτημά της η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση παραδεκτά ασκήθηκε (άρθρα 174 εδ. α΄, 68, 80, 752 παρ. 2 ΚΠολΔ και 2 παρ. 4 του ν. 4354/2015) ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου από της ως άνω ανώνυμη εταιρία, η οποία δεν έφερε την ιδιότητα του διαδίκου της δίκης που άνοιξε με την με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 17625/435/02-06-2016 αίτηση και βρίσκει έρεισμα στο νόμο και, συγκεκριμένα, στις διατάξεις των άρθρων 80, 83, 741 ΚΠολΔ και 10 του ν. 3156/2003. Πρέπει, επομένως, να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης αντιμωλία της εκκαλούσας και της αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσας, η οποία θεωρείται πως αντιπροσωπεύει τη δεύτερη εφεσίβλητη (άρθρα 76 παρ. 1 εδ. β΄, 83, 274 παρ. 2 περ. β΄ ΚΠολΔ σε συνδυασμό προς τη διάταξη του άρθρου 741 του ίδιου Κώδικα).

V. Με την με αριθμό έκθεσης κατάθεσης …../…../02-06-2016 αίτησή της η εκκαλούσα ισχυριζόταν ότι στερείται πτωχευτικής ικανότητας και ότι έχει περιέλθει σε γενική και μόνιμη αδυναμία προς πληρωμή των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών της. Με βάση τους ισχυρισμούς της αυτούς η εκκαλούσα ζητούσε να υπαχθούν οι οφειλές της προς τους εφεσίβλητους στη διαδικασία ρύθμισης του ν. 3869/2010 προς το σκοπό της απαλλαγής της από αυτές και να εξαιρεθεί από την αναγκαστική εκτοίηση προς ικανοποίηση αυτών το ακίνητο ιδιοκτησίας της, το οποίο χρησιμεύει ως κύρια κατοικία της

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλούμενη απόφασή του απέρριψε την κατά τα ανωτέρω αίτηση. Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται τώρα η εκκαλούσα για τον λόγο, ο οποίος διαλαμβάνεται στην υπό κρίση έφεση, και ζητά να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση, ώστε να γίνει δεκτή η με αριθμό έκθεσης κατάθεσης …../…./02-06-2016 αίτησή της.

VI. Με τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 ορίζεται ότι «φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους (εφεξής οφειλέτες) δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παρ. 1 του άρθρου 4 για ρύθμιση των οφειλών τους και απαλλαγή. Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής». Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή απαραίτητη προϋπόθεση για την υπαγωγή στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του ν. 3869/2010 είναι ο οφειλέτης να έχει περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του. Ο ν. 3869/2010 θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου από τη γενική θεωρία του αστικού δικαίου. Στο πεδίο του τελευταίου ο δόλος, ως μορφή πταίσματος, προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 330 ΑΚ, με την οποία ορίζεται ότι «ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίσθηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νόμιμων αντιπροσώπων του». Η εν λόγω διάταξη θεσπίζει δύο μορφές πταίσματος, το δόλο και την αμέλεια. Ενώ όμως δίνει ορισμό της αμέλειας, τον προσδιορισμό του δόλου αφήνει στην επιστήμη και την νομολογία. Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή και στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 παρ. 1 ΠΚ, το οποίο ορίζει ότι «με δόλο (με πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης επίσης όποιος γνωρίζει ότι με την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται». Η τελευταία αυτή διάταξη διακρίνει το δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει δε ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός που «θέλει» την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει όμως ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξης του και, παρά ταύτα, δεν αφίσταται αυτής. Αντίθετα με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξης του και το    «αποδέχεται». Η διάταξη αυτή ισχύει και για τις ενοχές άλλων κλάδων του ενοχικού δικαίου και έτσι αποκτά γενικότερη σημασία που ξεπερνά το πλαίσιο της ευθύνης από προϋφιστάμενη ενοχή. Περαιτέρω από τη διατύπωση της παρ. 1 εδ. α΄ του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 προκύπτει ότι το στοιχείο του δόλου αναφέρεται στην «περιέλευση» του οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών. Επομένως, το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει τόσο κατά το χρόνο ανάληψης της οφειλής όσο και κατά το χρόνο μετά την ανάληψη της τελευταίας. Ο δόλος πρέπει να αντιμετωπίζεται κατά τον ίδιο τρόπο είτε είναι αρχικός είτε είναι μεταγενέστερος. Το κρίσιμο ζήτημα είναι το περιεχόμενο του δόλου και όχι ο χρόνος που αυτός εκδηλώθηκε. Στην περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010, ο οφειλέτης ενεργεί δολίως όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό. Ειδικότερα, πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνον ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως είτε γνώριζε κατά την ανάληψη των χρεών ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους είτε από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενέστερα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών. Συνεπώς, η εξαιτίας του δόλου μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη δεν είναι αναγκαίο να εμφανισθεί μετά την ανάληψη του χρέους αλλά μπορεί να υπάρχει και κατά την ανάληψη αυτού, όταν δηλαδή ο οφειλέτης ήδη από την αρχή, αναλαμβάνοντας το χρέος, γνωρίζει ότι με βάση τα εισοδήματά του και τις εν γένει ανάγκες του δεν μπορεί να το εξυπηρετήσει. Περύττωση ενδεχόμενου δόλου συντρέχει και όταν ο οφειλέτης συμφωνεί με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, προβλέποντας ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το όψος των οφειλών του, θα τον οδηγήσει σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και όμως αποδέχεται το αποτέλεσμα αυτό. Αξίωση πρόσθετων στοιχείων για τη συγκρότηση δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη κατά την ανάληψη του χρέους, όπως είναι η εξαπάτηση  των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος ή η παράλειψη του πιστωτικού ιδρύματος να προβεί στις αναγκαίες έρευνες της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου. Ο δόλος του οφειλέτη στη μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών χρεών του περιορίζεται στην πρόθεσή του και μόνο, δηλαδή σε ένα υποκειμενικό στοιχείο, χωρίς να είναι ανάγκη προσθήκης και άλλων, κατά τα ανωτέρω, αντικειμενικών στοιχείων. Τέλος, όπως προκύπτει από την πρόβλεψη του τελευταίου εδαφίου της παρ. 1 του πιο πάνω άρθρου 1 του ν. 3869/2010, σύμφωνα με την οποία την ύπαρξη του δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής, το επιλαμβανόμενο της υπόθεσης δικαστήριο ερευνά την ύπαρξη του δόλου όχι αυτεπαγγέλτως, αλλά, όπως είναι αυτονόητο και για αυτό παραλείφθηκε στο νόμο, κατά πρόταση πιστωτή, ο οποίος πρέπει να προτείνει τον εν λόγω ισχυρισμό κατά τρόπο ορισμένο, ήτοι με σαφή έκθεση των γεγονότων που τον θεμελιώνουν (άρθρο 262 παρ. 1 ΚΠολΔ) και να τον αποδείξει (ΑΠ 53/2020 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1174/2019 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 427/2019 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 156/2018 ΤΝΙ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 65/2017 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Με βάση όσα αναλυτικά εκτίθενται ανωτέρω, για το ορισμένο της ένστασης πιστωτή περί της συνδρομής δόλου του οφειλέτη ως προς την περιέλευσή του σε γενική και μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του δεν αρκεί η απλή μνεία της απόλαυσης από μέρους του μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, μετά από σχετικές συμφωνίες με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων, παρά την από μέρους του πρόβλεψη του ενδεχόμενου της περιέλευσής του στην κατά τα ανωτέρω προσδιοριζόμενη οικονομική κατάσταση, αλλά απαιτείται σαφής και ορισμένη αναφορά των εξής στοιχείων: (α) των τραπεζικών προϊόντων, τα οποία αποτέλεσαν το αντικείμενο σχετικών συμβάσεων μεταξύ του οφειλέτη και των πιστωτών του, καθώς και του αρχικού και του τελικού ύψους των οικονομικών υποχρεώσεων του οφειλέτη, οι οποίες απορρέουν από τις συμβάσεις αυτές, (β) του χρονικού σημείου κατάρτισης των κατά τα ανωτέρω συμβάσεων μεταξύ του οφειλέτη και των πιστωτών του, (γ) των οικονομικών δυνατοτήτων του οφειλέτη κατά το χρόνο κατάρτισης των συμβάσεων με τους πιστωτές του, από τις οποίες απορρέουν οι προς υποχρεώσεις του, καθώς και των ευλόγως αναμενόμενων μελλοντικών οικονομικών του δυνατοτήτων και (δ) της θεμελιωμένης στα ανωτέρω οικονομικά δεδομένα πρόβλεψης του οφειλέτη περί της περιέλευσής του στην κατά τα ανωτέρω δυσμενή οικονομική κατάστασης της της αποδοχής του ενδεχόμενου αυτού (ΑΠ 1105/2023 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 601/2023 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1508/2022 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 183/2022 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 166/2022 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 59/2021 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 53/2020, ΑΠ 1174/2019 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 427/2019, ΑΠ 515/2018 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 65/2017 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τις προτάσεις, οι οποίες κατατέθηκαν κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, η πρώτη και η δεύτερη εφεσίβλητη πρότειναν ένσταση περί δόλιας περιέλευσης της εκκαλούσας σε κατάσταση γενικής και μόνιμης αδυναμίας προς πληρωμή. Προς θεμελίωση του σχετικού ισχυρισμού τους η μεν πρώτη εφεσίβλητη επικαλούταν ότι η εκκαλούσα κατά σύστημα προσέφευγε σε τραπεζικό δανεισμό προς συμπλήρωση του εισοδήματός της και ότι στη συνέχεια, εκμεταλλευόμενη το νομοθετικό πλαίσιο περί αφερεγγυότητας του ν. 3869/2010, επιχείρησε να αποφύγει κάθε προσπάθεια διευθέτησης των οφειλών της, η δε δεύτερη εφεσίβλητη υποστηρίζοντας ότι η εκκαλούσα ενσυνείδητα προέβη σε κατάρτιση περισσότερων δανειακών συμβάσεων, ενώ τελούσε σε γνώση του ενδεχομένου της αδυναμίας της να ανταποκριθεί στις απορρέουσες από αυτές οικονομικές της υποχρεώσεις, καθώς και ότι δεν μερίμνησε για τον περιορισμό των οφειλών της διαμέσου της εκποίησης των περιουσιακών της στοιχείων. Από την παράθεση του περιεχομένου των εν λόγω ενστάσεων σε συνδυασμό προς όσα αναλυτικά εκτίθενται στο νομικό μέρος του παρόντος τμήματος της απόφασης, προκύπτει ότι αμφότερες είναι ανεπίδεκτες δικαστικής εκτίμησης, διότι οι προβάλλουσες αυτές εφεσίβλητες δεν παραθέτουν κανένα από τα πραγματικά δεδομένα, τα οποία είναι αναγκαία προς εκτίμηση της ουσιαστικής της βασιμότητας. Κατά συνέπεια, αμφότερες οι ανωτέρω ενστάσεις έπρεπε να απορριφθούν ως αόριστες. Εξάλλου, κανένας από τους εφεσίβλητους, οι οποίοι παραστάθηκαν κατά τη συζήτηση της υπό κρίση έφεσης, ή τους αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνοντες δεν υπέβαλε κατά ορισμένο τρόπο την εν λόγω ένσταση, ώστε να θεραπευτεί η κατά τα ανωτέρω αοριστία.

Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του έκρινε επαρκώς ορισμένες τις ανωτέρω ενστάσεις και, αφού προέβη στη νομική και ουσιαστική εξέταση αυτών, τις έκρινε βάσιμες, απορρίπτοντας την αίτηση της εκκαλούσας λόγω της συνδρομής στο πρόσωπό της δόλου ως προς την περιέλευσή της σε κατάσταση γενικής και μόνιμης αδυναμίας προς πληρωμή, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο, σύμφωνα προς όσα βάσιμα υποστηρίζει η εκκαλούσα με το δεύτερο σκέλος του μοναδικού λόγου της υπό κρίση έφεσης. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη και στην ουσία της η υπό κρίση έφεση, να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση και να κρατηθεί η υπόθεση, ώστε να εξεταστεί κατ’ ουσίαν από το παρόν Δικαστήριο (άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ σε συνδυασμό προς τα άρθρο 741 του ίδιου Κώδικα).

VII. Από την ερμηνεία των διατάξεων των άρθρων 1 και 4 παρ. 1 του ν. 3869/2010 συνάγεται ότι το ορισμένο του περιεχόμενου αίτησης με αντικείμενο την ρύθμιση οφειλών υπερχρεωμένου φυσικού προσώπου προϋποθέτει ότι μνημονεύονται σε αυτήν τα ακόλουθαπραγματικά στοιχεία: (α) ότι ο αιτών είναι φυσικό πρόσωπο, το οποίο στερείται πτωχευτικής ικανότητας, (β) ότι βαρύνεται με ληξιπρόθεσμες οφειλές προς τρίτους, οι οποίες υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής του ως άνω νόμου, (γ) ότι έχει περιέλθει σε κατάσταση γενικής και μόνιμης αδυναμίας προς πληρωμή των οφειλών αυτών και (δ) ότι δεν έχει λάβει χώρα άλλη χρονικά προγενέστερη απαλλαγή του από τα χρέη του στο παρελθόν με βάση τη διαδικασία του ν. 3869/2010. Περαιτέρω, στο δικόγραφο της κατά τα ανωτέρω αίτησης πρέπει να προσδιορίζονται: (αα) η περιουσιακή κατάσταση και τα οποιασδήποτε φύσης εισοδήματα του ίδιου του αιτούντος και του συζύγου του, (ββ) η ταυτότητα των πιστωτών του και οι απαιτήσεις καθενός από αυτούς κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα, (γγ) η οικογενειακή του κατάσταση, τα προστατευόμενα από αυτόν πρόσωπα, προς τα οποία υπέχει νόμιμη υποχρέωση διατροφής, και οι δαπάνες διαβίωσης του ίδιου και της οικογένειάς του και (58) τυχόν μεταβιβάσεις εμπραγμάτων δικαιωμάτων του επί ακινήτων, στις οποίες προέβη κατά την τελευταία τριετία πριν από την ημερομηνία κατάθεσης της αίτησής του. Τέλος, πρέπει να διαλαμβάνεται στην αίτηση σαφές και ορισμένο σχέδιο διευθέτησης των οφειλών, στις οποίες αναφέρεται αυτή, με ρύθμιση για όλους τους πιστωτές και τις απαιτήσεις τους και να διατυπώνεται αίτημα δικαστικής ρύθμισης των εν λόγω οφειλών και εξαίρεσης από την εκποίηση της κύριας κατοικίας, για την περίπτωση που δεν τελεσφορήσει η προσπάθεια για προδικαστικό συμβιβασμό. Οποιαδήποτε έλλειψη, η οποία αφορά στα υπό (α) έως (δ) στοιχεία επιφέρει ως έννομη συνέπειά της την αοριστία της αίτησης, η οποία όμως ενόψει του ανακριτικού συστήματος που διέπει τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας και της εν γένει ελαστικότητας που χαρακτηρίζει τη διαδικασία αυτή, μπορεί να θεραπευτεί κατ’ εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 745 και 765 ΚΠολΔ τόσο σε κάθε στάση της πρωτοβάθμιας δίκης, όσο και ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου. Από την άλλη, ελλείψεις που αναφέρονται στα υπό (αα) έως (δδ) στοιχεία δεν επηρεάζουν την πληρότητα της αίτησης, αλλά συνιστούν παράβαση του καθήκοντος ειλικρινούς δήλωσης που καθιερώνεται από τη διάταξη του άρθρου 10 του ν. 3869/2010, η οποία επιφέρει τις έννομες συνέπειες που ορίζονται από την εν λόγω διάταξη μόνο εφόσον μπορεί να αποδοθεί σε δόλο ή σε βαριά αμέλεια του οφειλέτη και υπό τη δικονομική προϋπόθεση της παραδεκτής πρότασής της από τους πιστωτές του τελευταίου. Σε κάθε περίπτωση και κατ’ εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 745 ΚΠολΔ η αίτηση μπορεί παραδεκτά να συμπληρωθεί και κατά το μέρος της που αναφέρεται στα ανωτέρω στοιχεία έως το πέρας της συζήτησης ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου (ΑΠ 438/2019 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1384/2018 και επίσης Κρητικό, Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων-4η έκδοση, 2016, άρθρο 4, αριθ. 7-8 και 11-12, σελ. 115-117 και Βενιέρη σε Βενιέρη-Κατσά, Εφαρμογή του Ν. 3869/2020 για τα Υπερχρεωμένα Φυσικά Πρόσωπα, 2016, σελ. 252επ.).

Περαιτέρω, από τη συνδυασμένη ερμηνεία των διατάξεων των άρθρων 1 παρ. 1, 4 παρ. 1 και 10 του ν. 3869/2010 συνάγεται ότι η παράλειψη του αιτούντος τη ρύθμιση των οφειλών του οφειλέτη να μνημονεύσει με ακρίβεια την περιουσιακή κατάσταση του ίδιου και του συζύγου του, καθώς και τα οποιασδήποτε φύσης εισοδήματά τους δεν επιφέρει ως έννομη συνέπειά της την αοριστία του δικογράφου της αίτησής του, για την πληρότητα του οποίου αρκεί η μνεία περί της συνδρομής στο πρόσωπο του αιτούντος των νόμιμων προϋποθέσεων για την υπαγωγή του στη διαδικασία του ως άνω νόμου, αλλά συνιστά παραβίαση του καθήκοντος αληθείας του αιτούντος οφειλέτη, η διαπίστωση της οποίας από το αρμόδιο δικαστήριο μπορεί να λάβει χώρα μόνο μετά από επίκλησή της από οποιονδήποτε από τους οφειλέτες του, η οποία πρέπει να υποβληθεί εντός ενός έτους από το χρόνο της σχετικής πληροφόρησης του τελευταίου, ενώ αυτή επιφέρει τις έννομες συνέπειες που ορίζονται από τη διάταξη του άρθρου 10 παρ. 1 του ν. 3869/2010, εφόσον βέβαια η σχετική παράλειψή του οφείλεται σε δόλο ή σε βαριά αμέλεια από μέρους του (ΑΠ 636/2017 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ και επίσης Κρητικό, Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων 4η έκδοση, 2016, άρθρο 4, αριθ. 206-209, σελ. 182-183). Εξάλλου, από την ερμηνεία των ίδιων διατάξεων συνάγεται ότι το καθήκον ειλικρινούς δήλωσης του αιτούντος οφειλέτη καταλαμβάνει αποκλειστικά και μόνο τα περιουσιακά στοιχεία και τα εισοδήματα του ίδιου και του συζύγου του, τα οποία υπάρχουν κατά το χρόνο της άσκησης της αίτησής του, ενώ αυτό εξαιρετικά μόνο στις περιπτώσεις της διάταξης του άρθρου 2 ΠΑΡ. Α ΥΠΟΠΑΡ. Α.4. άρθρο 2 παρ. 1 του ν. 4336/2015 επεκτείνεται για τα συγκεκριμένα οικονομικά δεδομένα σε χρόνο μεταγενέστερο της αίτησης, χωρίς όμως σε καμία περίπτωση να ανατρέχει σε χρόνο προγενέστερο αυτής. Σε κάθε περίπτωση, το περιεχόμενο της αίτησης που αφορά στα περιουσιακά στοιχεία και τα εισοδήματα του οφειλέτη δύναται ενόψει της διάταξης του άρθρου 745 ΚΠολΔ να συμπληρωθεί παραδεκτά το αργότερο έως το πέρας της συζήτησης της υπόθεσης ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, χωρίς ο τελευταίος να κινδυνεύει να υποστεί την κύρωση της διάταξης του άρθρου 10 παρ. 1 του ν. 3869/2010 (βλ. σχ. Κρητικό, Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων-4η έκδοση, 2016, άρθρο 4, αριθ. 11-12, σελ. 117).

Επιπλέον, από την ερμηνεία της διάταξης του άρθρου 1 παρ. 1 εδ. 3869/2010 σε συνδυασμό προς τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 1 ΠτΚ συνάγεται ότι ως αδυναμία πληρωμής νοείται η έλλειψη ρευστότητας, δηλαδή η απουσία των χρηματικών μέσων, τα οποία είναι αναγκαία για την εξυπηρέτηση των ληξιπρόθεσμων χρηματικών υποχρεώσεων του αιτούντος οφειλέτη και των αναγκών διαβίωσης του ίδιου και των προστατευόμενων από αυτόν μελών της οικογένειάς του, όπως αυτές προσδιορίζονται υπό το πρίσμα της διασφάλισης της αξιοπρεπούς τους διαβίωσης, και τα οποία κατά κανόνα προέρχονται από τα χρηματικά διαθέσιμά του κυρίως σε τραπεζικές καταθέσεις και από τα τακτικά ή έκτακτα έσοδά του, αλλά και από το προϊόν της εκποίησης της άμεσα ρευστοποιήσιμης περιουσίας του. Αντίθετα, η ύπαρξη περιουσίας του οφειλέτη, η οποία δεν είναι άμεσα ρευστοποιήσιμη, δεν επηρεάζει ούτε βελτιώνει τη ρευστότητά του και κατ’ επέκταση τη δυνατότητά του προς προσήκουσα εκπλήρωση των ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεών του. Σε κάθε περίπτωση, για την υπαγωγή των οφειλών του στη διαδικασία ρύθμισης του ν. 3869/2010 η αδυναμία αυτή του αιτούντος οφειλέτη πρέπει να είναι μόνιμη, δηλαδή να μην απορρέει από παροδικά αίτια και να στερείται οποιασδήποτε προοπτικής ανατροπής της στο άμεσο μέλλον, και γενική, δηλαδή να μην αναφέρεται αποκλειστικά στην ικανοποίηση μεμονωμένων υποχρεώσεων του αιτούντος οφειλέτη, αλλά να έχει λάβει τέτοια έκταση, ώστε να οδηγεί κατά την αντίληψη των συναλλαγών στο συμπέρασμα ότι ο αυτός έχει παύσει να εξυπηρετεί κατά τρόπο γενικό τις υποχρεώσεις του έναντι των πιστωτών του. Για την κατάφαση της κατά τα ανωτέρω αδυναμίας αρκεί η διαπίστωση αρνητικής σχέσης των χρηματικών μέσων του αιτούντος οφειλέτη ως προς τις αναγκαίες δαπάνες για την προσήκουσα εξυπηρέτηση των οφειλών του και την κάλυψη των αναγκών διαβίωσης του ίδιου και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του, η οποία πρέπει να συντρέχει τόσο κατά το χρονικό σημείο της κατάθεσης της αίτησής του, όσο και κατά το χρόνο της συζήτησής της στο ακροατήριο του αρμόδιου δικαστηρίου (βλ. σχ. ΑΠ 208/2020 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1460/2019 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 639/2019 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1208/2017 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ και επίσης Κρητικό, ό.π., Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων 4η έκδοση, 2016, άρθρο 1, αριθ. 15-30, σελ. 43επ., σελ. 115-117, και Βενιέρη σε Βενιέρη-Κατσά, Εφαρμογή του Ν.3869/2020 για τα Υπερχρεωμένα Φυσικά Πρόσωπα, 2016, σελ. 140επ.).

Τέλος, με το ν. 4336/2015 διευρύνθηκε το πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του ν. 3869/2010 ως προς τα δυνάμενα προς υπαγωγή χρέη, προστιθεμένης στην παράγραφο 2 του άρθρου 1 περιπτώσεως υπό στοιχείο γ΄, κατά την οποία στο πεδίο εφαρμογής του τελευταίου νόμου υπάγονται «… γ) ασφαλιστικές οφειλές προς τους Οργανισμούς Κοινωνικής Ασφάλισης, όπως έχουν διαμορφωθεί με βάση τις προσαυξήσεις και τους τόκους εκπρόθεσμης καταβολής. Τα αναφερόμενα στα στοιχεία α΄, β΄ και γ΄ πρόσωπα, δεν επιτρέπεται να συνιστούν το σύνολο των πιστωτών του αιτούντος και οι οφειλές του προς αυτά υποβάλλονται σε ρύθμιση κατά τον παρόντα νόμο μαζί με τις οφειλές του προς τους ιδιώτες πιστωτές». Η δυνατότητα υπαγωγής πλέον των εν λόγω οφειλών, οι οποίες αρχικώς δεν υπάγονταν στο πεδίο εφαρμογής του νόμου, κρίθηκε επιβεβλημένη από το νομοθέτη, προκειμένου να επιτευχθεί ο προστατευτικός σκοπός των ρυθμίσεων του ν. 3869/2010, ο οποίος είναι η υπό προϋποθέσεις απαλλαγή του οφειλέτη από τα χρέη του και η επάνοδός του στην οικονομική και κοινωνική ζωή του τόπου, καθώς τυχόν απαλλαγή από τα χρέη προς ιδιώτες με διατήρηση των μέχρι πρότινος εξαιρουμένων χρεών (εν προκειμένω και έναντι των φορέων κοινωνικής ασφάλισης) θα αποστερούσε από το ουσιαστικό της αποτέλεσμα την απαλλαγή του οφειλέτη από τα χρέη του προς τους ιδιώτες πιστωτές του, καθώς αυτός θα εξακολουθούσε να βαρύνεται με τα εξαιρούμενα χρέη. Εξάλλου, η μέχρι τη θέσπιση του ν. 4336/2015 εξαίρεση συγκεκριμένων απαιτήσεων από το πεδίο εφαρμογής του ν. 3869/2010 επέφερε ως αναγκαία συνέπειά της τη δημιουργία δανειστών δύο ταχυτήτων, καθώς οι πιστωτές, των οποίων οι απαιτήσεις εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής της σχετικής διαδικασία ρύθμισης, βρίσκονται σε πλεονεκτικότερη θέση έναντι των υπολοίπων, διατηρώντας στο ακέραιο τις απαιτήσεις τους. Μάλιστα, κατ’ εξαίρεση της γενικώς κρατούσας στο πλαίσιο της διαδικασίας ρύθμισης του ν. 3869/2010 αρχής της καθολικότητας, δίδεται η δυνατότητα στον οφειλέτη να επιλέξει την ρύθμιση, στην οποία θα υπαγάγει τις μέχρι πρότινος εξαιρούμενες οφειλές του, καθώς ο οφειλέτης που έχει ρυθμίσει καθ’ οιονδήποτε τρόπο τις ανωτέρω οφειλές κάνοντας χρήση ενός άλλου θεσμικού πλαισίου, θα πρέπει να εγκαταλείψει την εν λόγω ρύθμιση, εφόσον επιθυμεί να υπαχθεί στις διατάξεις του ν. 3869/2010, όπως τροποποιήθηκαν, καλούμενος ο ίδιος να σταθμίσει τυχόν επιπτώσεις, τις οποίες συνεπάγεται η μη προσήκουσα καταβολή των υποχρεώσεων αυτών, ειδικώς όσον αφορά στις απαιτήσεις των φορέων κοινωνικής ασφάλισης και την πιθανότητα απώλειας συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων και περίθαλψης. Ενόψει των ανωτέρω, επ’ ουδενί θίγεται από την κατά τα ανωτέρω τροποποίηση του ν. 3869/2010 η εγγύηση του θεσμού της κοινωνικής ασφάλισης, όπως αυτή εξειδικεύεται στην αρχή της προστασίας του ασφαλιστικού κεφαλαίου και της οικονομικής βιωσιμότητας των φορέων κοινωνικής ασφάλισης, καθώς η είσπραξη των προς ρύθμιση οφειλών εμφανίζεται στην πράξη εξαιρετικά επισφαλής, αν όχι αδύνατη, με συνέπεια να καθίσταται αδύνατη η απόδοση σε αυτές της ιδιότητας του οικονομικού θεμελίου της βιωσιμότητας των φορέων κοινωνικής ασφάλισης, οι οποίοι πρακτικά δεν αποστερούνται αναγκαίους για την απρόσκοπτη λειτουργία τους πόρους, καθώς είσπραξη οφειλών από πολίτες που έχουν περιέλθει ήδη σε καθεστώς υπερχρέωσης εμφανίζεται εξαιρετικά αβέβαια. Άλλωστε, η ρύθμιση των χρεών του οφειλέτη και η ενδεχόμενη απαλλαγή του από αυτά δεν επέρχεται αμέσως, ως έννομη συνεπεία της υποβολής της σχετικής του αίτησης, αλλά μόνον εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις που ορίζονται από το νόμο και ολοκληρωθεί η διαδικασία ρύθμισης, στην οποία συμμετέχουν και οι πιστωτές του και της οποίας κατάληξη συνιστά η απαλλαγή του από τις προς ρύθμιση οφειλές του σε συνδυασμό βέβαια με την ενδεχόμενη ρευστοποίηση των οικονομικά αξιόλογων περιουσιακών του στοιχείων. Εξάλλου, η απαλλαγή οφειλετών από τα χρέη τους προς φορείς κοινωνικής ασφάλισης συνιστά νομοθετική επιλογή, η οποία δεν είναι άγνωστη στο πλαίσιο της ελληνικής έννομης τάξης, ενώ οι οφειλές αυτής της κατηγορίας έχουν αποτελέσει αντικείμενο νομοθετικών περικοπών και στο παρελθόν. Σε κάθε δε περίπτωση, η ανυπαρξία έως τη θέσπιση του ν. 4738/2020 νομοθετικού πλαισίου συνολικής ρύθμισης των οφειλών ενός υπερχρεωμένου προσώπου, το οποίο στερούταν πτωχευτικής ικανότητας και είχε περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών, επέφερε ως κοινωνική και οικονομική της συνέπεια την κοινωνική του περιθωριοποίηση και τον οικονομικό του αποκλεισμό σε αντίθεση προς τις επιταγές των άρθρων 5 παρ. 1, 17 παρ. 1 και 22 παρ. 1 του Συντάγματος. Πέραν των ανωτέρω, η διαδικασία ρύθμισης των χρεών προς φορείς κοινωνικής ασφάλισης στο πλαίσιο του ν. 3869/2010 δεν συνιστά διαδικασία απόδοσης ή αποστέρησης συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων, καθώς εκφεύγει του περιεχομένου της σχετικής διαδικασίας ρύθμισης η απονομή σύνταξης στον οφειλέτη, αυτή δε περιορίζεται στην ολική ή μερική απαλλαγή του από τις χρηματικές οφειλές του συμπεριλαμβανομένων και των οφειλών προς τους φορείς κοινωνικής ασφάλισης. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, η υπαγωγή των τελευταίων οφειλών στο πεδίο εφαρμογής του ν. 3869/2010 δεν τελεί σε αντίθεση προς τη διάταξη του άρθρου 22 παρ. 5 του Συντάγματος (βλ. ΑΠ 997/2023 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Στην προκείμενη περίπτωση, από την εκτίμηση του συνόλου των αποδεικτικών μέσων, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι τόσο προς άμεση απόδειξη των ισχυρισμών τους, όσο και προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, και συγκεκριμένα από: (α) την ένορκη εξέταση του μάρτυρα της εκκαλούσας, η οποία έλαβε χώρα στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και καταχωρήθηκε στα από 11-04- 2019 πρακτικά συζήτησης αυτού, (β) τα έγγραφα, (γ) η με αριθμό 6967/01-11-2024 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα της εκκαλούσας ……του Χρήστου, η οποία λήφθηκε ενώπιον της Συμβολαιογράφου Φιλιατών Χριστίνας Παπαφωτίου, και (5) τα μη πληρούντα τους όρους του νόμου αποδεικτικά μέσα, στα οποία περιλαμβάνονται τα ανεπικύρωτα φωτοτυπικά αντίγραφα εγγράφων, οι ανεπικύρωτες εκτυπώσεις ηλεκτρονικών αρχείων εγγράφων και οι ανεπικύρωτες εκτυπώσεις ιστοσελίδων, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά γεγονότα:

Η εκκαλούσα γεννήθηκε στο Αμαρούσιο Αττικής την 22-12-1987 και είναι το δεύτερο από τα έξι (6) συνολικά τέκνα του ……και της …… Έως και το χρονικό σημείο της συζήτησης της υπό κρίση έφεσης δεν έχει τελέσει γάμο, ούτε 

έχει αποκτήσει δικά της τέκνα και διαμένει σε μισθωμένο διαμέρισμα στο Περιστέρι Αττικής. Ωστόσο, η διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης των γονέων της και η άρνηση του πατέρα της να συνεισφέρει για την κάλυψη των οικονομικών αναγκών της οικογένειάς του σε συνδυασμό προς το σημαντικότατο πρόβλημα υγείας, το οποίο αντιμετωπίζει η νεότερη αδελφή της …..(κώφωση μετά την προσβολή της από μηνιοεγκεφαλίτιδα), έχουν υποχρεώσει την εκκαλούσα να αναλάβει επί μακρόν ενεργή προσωπική και οικονομική συμμετοχή στην λειτουργία της οικογένειας της μητέρας της. Εξάλλου, κατά το σύνολο του οικονομικά ενεργού βίου της η εκκαλούσα αποκομίζει εισοδήματα από την παροχή μισθωτής εργασίας και από την εκμετάλλευση της ακίνητης περιουσίας της με εξαίρεση το χρονικό διάστημα από 20-02-2007 έως 27-07-2012, κατά το οποίο άσκησε επιχειρηματική δραστηριότητα με αντικείμενο την εκμετάλλευση της ατομικής επιχείρησης πρατηρίου άρτου, την οποία κληρονόμησε από την γιαγιά της …….., η οποία αποβίωσε την 20-02-2007. Ωστόσο, η κατά τα ανωτέρω οικονομική δραστηριότητά της ουδέποτε προσέδωσε σε αυτήν την εμπορική ιδιότητα και κατ’ επέκταση πτωχευτική ικανότητα, καθώς η εκκαλούσα ουδέποτε επένδυσε οποιοδήποτε σημαντικό κεφάλαιο στο πλαίσιο της λειτουργίας της επιχείρησής της αυτής, αλλά αντίθετα η τελευταία στηρίχθηκε κατά κόρον στην παροχή της προσωπικής της εργασίας, ενώ τα καθαρά κέρδη που αποκόμισε από αυτήν δεν υπερέβαιναν του εισόδημα ενός μισθωτού εργαζόμενου.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι τα εισοδήματα της εκκαλούσας κατά το χρονικό διάστημα από 01-01-2007 έως 31-12-2023 διαμορφώθηκαν ως εξής: (α) κατά το έτος 2007 στο ποσό των 10.465,88 ευρώ, (β) κατά το έτος 2008 στο ποσό των 582,00 ευρώ, ενώ εμφάνισε και ζημία ύψους 19.412,11 ευρώ, (γ) κατά το έτος 2009 στο ποσό των 11.888,72 ευρώ, (δ) κατά το έτος 2010 στο ποσό των 14.043,80 ευρώ, (ε) κατά το έτος 2011 στο ποσό των 19.815,57 ευρώ, (στ) κατά το έτος 2012 στο ποσό των 8.651,91 ευρώ, (ζ) κατά το έτος 2013 στο ποσό των 6.984,00 ευρώ, (η) κατά το έτος 2014 στο ποσό των 4.560,00 ευρώ, (8) κατά το έτος 2015 στο ποσό των 4.902,37 ευρώ, (ι) κατά το έτος 2016 στο ποσό των 4.699,45 

ευρώ, (ια) κατά το έτος 2017 στο ποσό των 4.994,64 ευρώ, (ιβ) κατά το έτος 2018 στο ποσό των 4.681,12 ευρώ, (ιγ) κατά το έτος 2019 στο ποσό των 7.711,64 ευρώ, (ιδ) κατά το έτος 2020 στο ποσό των 4.560,01 ευρώ, (με) κατά το έτος 2021 στο ποσό των 7.115,47 ευρώ, (ιστ) κατά το έτος 2022 στο ποσό των 4.560,01 ευρώ και (ιζ) κατά το έτος 2023 στο ποσό των 14.099,20 ευρώ. Πέρα από τα εισοδήματά της αυτά η εκκαλούσα διαθέτει ακίνητη περιουσία, στην οποία περιλαμβάνεται η επικαρπία επί δύο οριζόντιων ιδιοκτησιών, οι οποίες βρίσκονται στην πολυκατοικία που ανεγέρθηκε κατά το έτος 1975 επί της οδού Υπολοχαγού Καπετανάκη αριθμός 31 στον Άγιο Δημήτριο Αττικής, και συγκεκριμένα επί ενός ισόγειου καταστήματος εμβαδού 90,00 τετραγωνικών μέτρων και επί μίας υπόγειας αποθήκης εμβαδού 90,00 τετραγωνικών μέτρων. Εξάλλου, τα εν λόγω εμπράγματα δικαιώματα περιήλθαν στην εκκαλούσα ως μέρος της κληρονομίας της γιαγιάς της Σοφίας χήρας Χρήστου Κόσσυβα, καθώς αμφότερες οι οριζόντιες ιδιοκτησίες, στις οποίες αναφέρονται αυτά χρησιμοποιούνταν για τη στέγαση της ατομικής της επιχείρησης πρατηρίου άρτου. Πέραν των ανωτέρω, η εκκαλούσα δεν διαθέτει οποιοδήποτε προσοδοφόρο ή οικονομικά αξιόλογο περιουσιακό στοιχείο.

Παράλληλα, αποδείχθηκε ότι στα παρακάτω μνημονευόμενα χρονικά σημεία η εκκαλούσα κατάρτισε περισσότερες συμβάσεις με αντικείμενο την εξασφάλιση ρευστότητας ή πίστωσης: (α) την 15-07-2008 με τη δικαιοπάροχο της πρώτης εφεσίβλητης ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία «ΓΕΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.» την με αριθμό 080- 950728 σύμβαση ανοικτής πίστωσης μέχρι του ποσού των 9.000,00 ευρώ, (β) την 23-12- 2008 με τη δικαιοπάροχο της πρώτης εφεσίβλητης ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία «ΓΕΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.» την με αριθμό 1510929-8 σύμβαση χορήγησης της με αριθμό 4999 5400 0386 4337 πιστωτικής κάρτας, (γ) την 01-07-2009 με τη δικαιοπάροχο της πρώτης εφεσίβλητης ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία «ΓΕΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.» την με αριθμό 013-952644-000 σύμβαση δανείου, με βάση την οποία η τελευταία της μεταβίβασε κατά κυριότητα και της παρέδωσε το ποσό των 25.000,00 ευρώ, (δ) σε απροσδιόριστο επακριβώς χρονικό σημείο, προγενέστερα πάντως 

του τελευταίου έτους πριν την άσκηση της αίτησής της, με την πέμπτη εφεσίβλητη σύμβαση για τη χορήγηση της με αριθμό 526641042624 πιστωτικής κάρτας και (ε) την 17-12-2010 με τη δεύτερη εφεσίβλητη την με αριθμό 3215 σύμβαση αναχρηματοδότησης οφειλών καταναλωτικών δανείων και καρτών, με βάση την οποία της μεταβιβάστηκε κατά κυριότητα και τις παρέδωσε το ποσό των 12.150,00 ευρώ. Στο πλαίσιο των συμβάσεων αυτών η εκκαλούσα ανέλαβε περισσότερες οικονομικές υποχρεώσεις ένανα των αντισυμβαλλόμενων της, για την προσήκουσα εξυπηρέτηση των οποίων απαιτούταν η και’ ελάχιστον καταβολή σε μηνιαία βάση του ποσού των 700,00 ευρώ.

Με βάση τα ανωτέρω οικονομικά δεδομένα και ενόψει και όσων αναλυτικά εκτίθενται στο νομικό μέρος του παρόντος τμήματος της απόφασης η εκκαλούσα είχε περιέλθει ήδη από το έτος 2012 σε μόνιμη και γενική αδυναμία καταβολής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών της, καθώς το εισόδημά της δεν επαρκούσε για την κάλυψη των εύλογων δαπανών διαβίωσής της και την παράλληλη εξυπηρέτηση των οφειλών της προς τους εφεσίβλητους. Η αρνητική αυτή εξέλιξη είχε ως συνέπεια να συσσωρευθούν σε βάρος της εκκαλούσας περισσότερες ληξιπρόθεσμες χρηματικές οφειλές και συγκεκριμένα: (Α) προς την πρώτη εφεσίβλητη: (α) οφειλή ποσού 1.690,12 ευρώ από την με αριθμό 1510929-8 σύμβαση χορήγησης της με αριθμό 4999 5400 0386 4337 πιστωτικής κάρτας, (β) οφειλή ποσού 21.536,67 ευρώ από την με αριθμό 080-950728 σύμβαση ανοικτής πίστωσης, (γ) οφειλή ποσού 59.839,68 ευρώ από την με αριθμό 013-952644-000 σύμβαση δανείου, (Β) προς τη δεύτερη εφεσίβλητη οφειλή ποσού 15,545,03 ευρώ από την με αριθμό 3215 σύμβαση αναχρηματοδότησης οφειλών καταναλωτικών δανείων και καρτών, (Γ) προς το τρίτο εφεσίβλητο οφειλή ποσού 6.324,38 ευρώ από μη καταβολή καταλογισθέντος φόρου εισοδήματος, (Δ) προς την πέμπτη εφεσίβλητη οφειλή ποσού 3.520,54 ευρώ από τη σύμβαση χορήγησης της με αριθμό 526641042624 πιστωτικής κάρτας και (Ε) προς τον έκτο εφεσίβλητο οφειλή ποσού 16.176,44 ευρώ από μη καταβολή ασφαλιστικών εισφορών. 

Εξάλλου, αποδείχθηκε ότι κατά τον κρίσιμο με βάση τη διάταξη του άρθρου 765 ΚΠολΔ χρόνο της συζήτησης της υπό κρίση έφεσης η εκκαλούσα εξακολουθεί να τελεί σε γενική και μόνιμη αδυναμία προς εξυπηρέτηση των κατά τα ανωτέρω ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών της, καθώς το εισόδημά της ανέρχεται στο ποσό των 1.174,93 ευρώ μηνιαίως, ενώ το ποσό που απαιτείται για την κάλυψη των εύλογων δαπανών διαβίωσής της ανέρχεται με βάσει τα πορίσματα της Έρευνας Οικογενειακών Προϋπολογισμών του έτους 2023 της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής στο ποσό των 1.388,45 ευρώ μηνιαίως. Συντρέχει, επομένως, νόμιμη περίπτωση κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010 να υπαχθούν οι χρηματικές οφειλές της εκκαλούσας προς τους εφεσίβλητους, οι οποίοι κατονομάζονται ανωτέρω, στη διαδικασία ρύθμισης του ν. 3869/2010, ώστε να επέλθει η απαλλαγή της από αυτές.

Η κατά τα ανωτέρω κρίση του Δικαστηρίου δεν δύναται να ανατραπεί από τους ισχυρισμούς του τρίτου και του έκτου των εφεσίβλητων, καθώς και της δεύτερης αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσας περί αοριστίας της με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 17625/435/02-06-2016 αίτησης της εκκαλούσας, καθώς η τελευταία περιλαμβάνει το σύνολο των στοιχείων, τα οποία είναι αναγκαία για το ορισμένο του περιεχομένου της, όπως αυτά προσδιορίζονται στο νομικό μέρος του παρόντος τμήματος της απόφασης, ενώ απορριπτέος τυγχάνει, ενόψει όσων σχετικά εκτίθενται στο νομικό μέρος του παρόντος τμήματος της απόφασης και ο ισχυρισμός του τρίτου εφεσίβλητου περί παραβίασης του καθήκοντος ειλικρίνειας από την εκκαλούσα, μερίμνησε να προσκομίσει έως και το πέρας της συζήτησης ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου το σύνολο των στοιχείων, τα οποία ήταν αναγκαία για τον προσδιορισμό των οικονομικών της δυνάμεων και της εν γένει περιουσιακής της κατάστασης προς εκπλήρωση του σχετικού της καθήκοντος. Πρέπει, επίσης, να απορριφθεί ως μη νόμιμη η ένσταση της δεύτερης αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσας περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της εκκαλούσας προς ρύθμιση των οφειλών της κατά τις διατάξεις του ν. 3869/2010, η οποία επί της ουσίας υποκρύπτει ένσταση περί δόλιας περιέλευσης της τελευταίας σε κατάσταση αδυναμίας προς 

πληρωμή, χωρίς όμως να παρατίθενται τα αναγκαία για τη θεμελίωση αυτής πραγματικά δεδομένα. Τέλος, με βάση όσα αναλυτικά μνημονεύονται στο νομικό μέρος του παρόντος τμήματος της απόφασης απορριπτέος τυγχάνει και ο ισχυρισμός του έκτου εφεσίβλητου περί της μη υπαγωγής των οφειλών της εκκαλούσας προς αυτόν στη διαδικασία ρύθμισης του ν. 3869/2010.

Πέραν των ανωτέρω, αποδείχθηκε ότι καμία από τις οριζόντιες ιδιοκτησίες, των οποίων την επικαρπία διατηρεί η εκκαλούσα δεν χρησιμεύει ως κύρια κατοικία της, με συνέπεια να πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο στην ουσία του το αίτημά της περί εξαίρεσης αυτών από την αναγκαστική εκποίηση προς ικανοποίηση των ένδικων οφειλών της. Εντούτοις, το γεγονός ότι η εκκαλούσα διαθέτει περιορισμένο εμπράγματο δικαίωμα επί των οριζόντιων αυτών ιδιοκτησιών, οι οποίες αποτελούν τμήμα μίας πολυκατοικίας παλαιότητας πενήντα (50) ετών, είναι κατάλληλες αποκλειστικά και μόνο για στέγαση καταστήματος και βρίσκονται σε περιοχή κατοικιών με ελάχιστη εμπορική κίνηση και ενδιαφέρον, καθιστά απρόσφορη την αναγκαστική εκποίηση αυτών προς ικανοποίηση των ένδικων οφειλών της εκκαλούσας, καθώς κρίνεται ότι η σχετική διαδικασία θα αποβεί άκαρπη, ενώ σε κάθε περίπτωση τα έξοδα που θα απαιτηθούν για την ολοκλήρωση αυτής θα υπερβούν το όποιο ενδεχόμενο προϊόν της. Παρέλκει, επομένως, ο ορισμός εκκαθαριστή προς το σκοπό της αναγκαστικής εκποίησης του δικαιώματος επικαρπίας της εκκαλούσας επί αυτών.

IV. Με βάση όσα μνημονεύονται ανωτέρω πρέπει να γίνει μερικά δεκτή ως βάσιμη και στην ουσία της η με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ……/…./02-06-2016 αίτηση και να υπαχθούν στη διαδικασία ρύθμισης του ν. 3869/2010 οι οφειλές της εκκαλούσας προς την πρώτη, τη δεύτερη, το τρίτο, την πέμπτη και τον έκτο των εφεσίβλητων και τους ειδικούς διαδόχους αυτών. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στην εκκαλούσα του παραβόλου που κατάθεσε κατά την άσκηση της έφεσης (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. ε΄ ΚΠολΔ σε συνδυασμό προς το άρθρο 741 του ίδιου Κώδικα). 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ την υπόθεση ερήμην της πρώτης, της δεύτερης, της τέταρτης και της πέμπτης των εφεσίβλητων και αντιμωλία των υπόλοιπων διαδίκων.

ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και στην ουσία την έφεση.

ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ την με αριθμό …/09-12-2019 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών.

ΚΡΑΤΕΙ την υπόθεση.

αίτηση ΔΙΚΑΖΕΙ κατ’ ουσίαν την με αριθμό έκθεσης κατάθεσης …../…/02-06-2016

ΔΕΧΕΤΑΙ την αίτηση.

ΟΡΙΖΕΙ μηδενικές μηνιαίες καταβολές προς απαλλαγή της εκκαλούσας από τις οφειλές της προς την πρώτη, τη δεύτερη, το τρίτο, την πέμπτη και τον έκτο εφεσίβλητων για χρονικό διάστημα τριών (3) ετών από τη δημοσίευση της απόφασης.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή στην εκκαλούσα του παραβόλου που κατάθεσε κατά την άσκηση της έφεσης.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε στην Αθήνα σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του Δικαστηρίου, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξούσιων Δικηγόρων τους, την 2408-2025.

Ο ΔΙΚΑΣΤΗΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Leave a Reply

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *