ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΗ ΕΔΡΑ ΚΡΩΠΙΑΣ
ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΗΣ ΕΔΡΑΣ ΚΡΩΠΙΑΣ
Αριθμός 28/2026
( Διαδικασία Περιουσιακών Διαφορών)
Συγκροτήθηκε από την Πρωτοδίκη Αλεξάνδρα Βουκελάτου Δελήγιαννη, την οποία
όρισε ο Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Πρωτοδικείου Αθηνών
και από τη Γραμματέα Κωστούλα Χατζηδάκη.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του την 1η Απριλίου του 2026 για να
δικάσει την παρακάτω υπόθεση:
Του ανακόπτοντος: *************************, κατοίκου Άνω Βούλας Αττικής,
Λεωφόρος *********αρ. ***, με Α.Φ.Μ ***************, ο οποίος παραστάθηκε δια της
πληρεξουσίας δικηγόρου του Χριστίνας Γιαννούκα, η οποία προσκόμισε το υπ’ αρ.
Π6326833/2026 γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών του Δικηγορικού Συλλόγου
Αθηνών.
Της καθ’ ης η ανακοπή: Εταιρείας με την επωνυμία «do Value Greece Ανώνυμη Εταιρεία
Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις» και το διακριτικό τίτλο «do Value Greece», η οποία εδρεύει στο Μοσχάτο Αττικής, οδός Κύπρου αρ. 27 και Αρχιμήδους, με Α.Φ.Μ 099755919, νομίμως εκπροσωπούμενης και νομίμως αδειοδοτηθείσας (αρ. απόφασης 220/1/13-03-2017 της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος), ενεργούσας εν προκειμένω δυνάμει της από 25.05.2021 σύμβασης διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων, ως μή δικαιούχου διαδίκου, επ’ ονόματι και για λογαριασμό της αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «MEXICO FINANCE DAC», που εδρεύει στο Δουβλίνο της Ιρλανδίας, οδός George’s Dock αρ, 3, 4ος όροφος Ο ΑΘΗΝ IFSC, Δουβλίνο 1, με αριθμό μητρώου 675767, νομίμως εκπροσωπούμενης, που κατέστη ειδική διάδοχος της τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ», εδρεύουσας στην Αθήνα, οδός Όθωνος αρ. 8, νομίμως εκπροσωπούμενης, δυνάμει της από 25.05.2021 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης απαιτήσεων, δημοσιευθείσας κατά την ως άνω ημερομηνία σε περίληψη στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 3 του ν. 2844/2000 που τηρείται στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών, με αριθμό πρωτ. 179/25.05.2021, στον τόμο 12 μα αριθμό 169, η οποία διαχειρίστρια παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Κωνσταντίνου Κωφού, ο οποίος προσκόμισε το υπ’ αρ. Π6329571/2026 γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών.
Της υπ’ αριθμ. 136/2025 Διαταγής Πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών-Περιφερειακής Έδρας Κρωπίας και της κάτωθι φωτοτυπικού αντιγράφου
εκ του υπ’ αριθμ. 201/2025 α΄ εκτελεστού απογράφου της ως άνω διαταγής πληρωμής, από 01.12.2025 επιταγής προς πληρωμή του πληρεξουσίου δικηγόρου της καθ’ ης Θεοδώρου Χαλκίδη.
Ο ανακόπτων ζητά να γίνει δεκτή η από 22.12.2025 ανακοπή του, (με ΓΑΚ/EAK
319605/78/2025), η συζήτηση της οποίας προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας, κατά την οποία, αφού η υπόθεση εκφωνήθηκε από το οικείο πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν ως ανωτέρω.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση ανακοπή, κατά την προσήκουσα εκτίμηση του περιεχομένου του
δικογράφου της από το δικαστήριο, ο ανακόπτων ζητά, κατ’ άρθρα 632 και 933 ΚΠολΔ, να ακυρωθούν, για τους λόγους που ειδικότερα εκτίθενται σε αυτήν: α) η με αριθμό 136/2025 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, Περιφερειακής έδρας Κρωπίας καθώς και β) η από 02.12.2025 επιταγή προς πληρωμή κάτωθι του αντιγράφου εκ του πρώτου εκτελεστού απογράφου της ως άνω διαταγής πληρωμής, άλλως και όλως επικουρικώς να διαταχθεί πραγματογνωμοσύνη προς προσδιορισμό του ακριβούς ποσού των παράνομων χρεώσεων και επιβαρύνσεων του ανακόπτοντος δια των συμπροσβαλλόμενων ως άνω διαταγής πληρωμής και επιταγής προς πληρωμή, άλλως για τον προσδιορισμό του πραγματικού και νόμιμου ύψους της οφειλής του προς την καθ’ ης και τέλος, να καταδικασθεί η καθ’ ης η ανακοπή στην καταβολή της δικαστικής του δαπάνης.
Με αυτό το περιεχόμενο και αιτήματα η υπό κρίση ανακοπή, στο δικόγραφο της οποίας σωρεύονται παραδεκτά κατ’ άρθρα 218 και 585 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.: α) η ανακοπή του άρθρου 632 ΚΠολΔ, με την οποία πλήττεται η διαταγή πληρωμής και έχει ως αίτημα της ακύρωσή της και β) η ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ, που βάλλει κατά της πράξης της αρξάμενης διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης (επιταγής προς εκτέλεση) και έχει ως αίτημα την ακύρωση της, δεδομένου ότι πληρούνται άπασες οι προς τούτο τιθέμενες προϋποθέσεις του άρθρου 218 ΚΠολΔ, καθώς υπάγονται στο ίδιο καθ’ ύλην και κατά τόπο αρμόδιο δικαστήριο, δικάζονται με το ίδιο είδος διαδικασίας και η σύγχρονη εκδίκασή τους δεν επιφέρει κατά την κρίση του Δικαστηρίου σύγχυση (632 παρ. 6 ΚΠολΔ), παραδεκτά εισάγεται προς συζήτηση κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών των άρθρων 614 επ. ΚΠολΔ (βλ. σχετ. ως προς τη διαταγή πληρωμής άρθρο 632 παρ. 2 ΚΠολΔ και ως προς την ανακοπή κατά της αναγκαστικής εκτέλεσης άρθρο 937 παρ. 3 ΚΠολΔ), ενώπιον του αρμόδιου καθ’ ύλην (βλ. σχετ. ως προς την ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής άρθρο 632 ΚΠολΔ σε συνδυασμό με άρθρο 14 ΚΠολΔ και ως προς την ανακοπή κατά της αναγκαστικής εκτέλεσης άρθρο 933 παρ. 1 ΚΠολΔ) και κατά τόπο (βλ. σχετ. ως προς την ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής άρθρο 632 παρ. 1 ΚΠολΔ, ως προς δε την ανακοπή κατά της αναγκαστικής εκτέλεσης άρθρο 933 παρ. 3 σε συνδυασμό με τα άρθρα 584 και 22 ΚΠολΔ) παρόντος Δικαστηρίου. Περαιτέρω, οι σωρευόμενες στο υπό κρίση δικόγραφο ανακοπές έχουν ασκηθεί εμπρόθεσμα, ως τούτο προκύπτει από τη συνδυαστική επισκόπηση: α) της από 05.12.2025 επισημείωσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Αθηνών, Χριστίνας Ν, Κασιδόκωστα, στην εμπρόσθια σελίδα της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής με την παρά πόδας αυτής προσβαλλόμενη επιταγή προς πληρωμή, που προσκομίζει μετ’ επικλήσεως ο ανακόπτων, από την οποία προκύπτει η επίδοση της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής με την παρά πόδας αυτής επιταγή προς πληρωμή και β) της υπ’ αριθ. 9476Γ/23.12.2025 έκθεσης επίδοσης της δικαστικής
επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, με έδρα στο Πρωτοδικείο Αθηνών, Άννας Ν. Παχάκη, που επικαλείται και προσκομίζει ο ανακόπτων, από την οποία προκύπτει η επίδοση του υπό κρίση δικογράφου ανακοπής στην καθ’ ης η ανακοπή, εντός της νόμιμης προθεσμίας των δεκαπέντε εργασίμων ημερών του άρθρου 632 παρ. 2 ΚΠολΔ, η δε ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ, ασκήθηκε πριν από την έναρξη της προβλεπόμενης στη διάταξη του άρθρου 934 παρ. 1 περ. α΄ ΚΠολΔ προθεσμίας, καθόσον μετά την επίδοση της επιταγής προς εκτέλεση, η οποία έλαβε χώρα την 05.12.2025, κι έως την άσκηση της κρινόμενης ανακοπής δεν ακολούθησε άλλη πράξη εκτέλεσης. Κατά τα λοιπά οι σωρευόμενες ανακοπές είναι νόμιμες ως προς τα αιτήματά τους ερειδόμενες στα άρθρα 176, 632 (ως προς την ακύρωση της διαταγής πληρωμής) και 933 (ως προς την ακύρωση της επιταγής προς πληρωμή) ΚΠολΔ, θα πρέπει συνεπώς να εξεταστούν περαιτέρω ως προς τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα των λόγων τους.
Όταν ο δανειστής έχει το δικαίωμα, σύμφωνα με τους όρους του τοκοχρεωλυτικού δανείου καταβαλλόμενο σε δόσεις, να καταγγείλει τη σχετική σύμβαση πρόωρα, αν δεν πληρωθούν οι δόσεις, τότε όλες οι οφειλόμενες δόσεις του δανείου γίνονται απαιτητές. Με την καταγγελία επομένως η σύμβαση του δανείου ως τοκοχρεωλυτικού λύεται κακαι ενεργοποιείται ο συμβατικός όρος που παρέχει στο δανειστή το δικαίωμα να αξιώσει την άμεση πληρωμή από τον οφειλέτη ολοκλήρου του οφειλομένου κεφαλαίου, καθώς και τόκους υπερημερίας από της καταγγελίας. Το δάνειο συνεπώς είναι τοκοχρεωλυτικό υπό την αίρεση της εμπρόθεσμης και προσήκουσας καταβολής των τοκοχρεωλυτικών δόσεων. Όταν όμως η αίρεση πληρωθεί και καταγγελθεί το δάνειο, τότε δεν οφείλονται πλέον δόσεις, αλλά ολόκληρο το τότε ανεξόφλητο κεφάλαιο (ΑΠ 1185/2019, ΑΠ 637/1997 ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, η καταγγελία, επιδιδόμενη με εξώδικη δήλωση, περιέχει δήλωση βουλήσεως (διαπλαστικού χαρακτήρα μονομερή δικαιοπραξία έχουσα ορισμένο λήπτη), όταν προβλέπεται δικαίωμα καταγγελίας εκ του νόμου ή από τη σύμβαση, πρέπει δε αυτή να απευθύνεται και να επιδίδεται σε όλα τα πρόσωπα στα οποία αφορά (ΜονΕφΠειρ 231/2016 ΝΟΜΟΣ). Συνεπώς, η καταγγελία της συμβάσεως είναι το διαπλαστικό δικαίωμα του δικαιούχου, που ασκείται με μονομερή πράξη/δήλωσή του που απευθύνεται προς τον αντισυμβαλλόμενο, έχει δε ως σκοπό τη λύση μιας διαρκούς ενοχικής σχέσεως για κάποιο νόμιμο λόγο. Περαιτέρω, η καταγγελία ενεργεί ex nunc (για το μέλλον) και όσο υφίσταται και λειτουργεί μια σύμβαση, παράγει έννομα αποτελέσματα μέχρι να καταγγελθεί. Επομένως το εν λόγω δικαίωμα προς καταγγελία είναι διαπλαστικό αφού χορηγείται η εξουσία, με μονομερή δήλωση, η οποία αποκτά νομική ενέργεια μόλις περιέλθει στον αντισυμβαλλόμενο (ΑΚ 167), να προκαλέσει την άρση (λύση) της συμβάσεως για το μέλλον, δηλαδή την κατάργησή της, δημιουργεί δε εφεξής μια νέα έννομη κατάσταση. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 623 και 624 ΚΠολΔ προκύπτει ότι μεταξύ των ουσιαστικών και διαδικαστικών προϋποθέσεων, με τη συνδρομή ή μη των οποίων μπορεί να εκδοθεί διαταγή πληρωμής, είναι αφενός, η ύπαρξη χρηματικής απαίτησης του αιτούντος από ορισμένη έννομη σχέση και, αφετέρου, η απαίτηση αυτή καθώς και το ποσό της να αποδεικνύεται με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο. Εάν η απαίτηση ή το ποσόν της δεν αποδεικνύεται εγγράφως, ο Δικαστής οφείλει, κατ` άρθρο 628 ΚΠολΔ, να μην εκδώσει διαταγή πληρωμής, εάν δε παρά την έλλειψη της διαδικαστικής αυτής προϋποθέσεως εκδοθεί διαταγή πληρωμής, τότε αυτή ακυρώνεται ύστερα από ανακοπή του οφειλέτη, κατά τα άρθρα, 632 και 633 ΚΠολΔ. Η ακύρωση της διαταγής πληρωμής για το λόγο αυτόν απαγγέλλεται λόγω διαδικαστικού απαραδέκτου, ανεξαρτήτως της ύπαρξης και της δυνατότητας απόδειξης της απαίτησης με άλλα αποδεικτικά μέσα (ΜονΕφΘεσ 1317/2020, ΕφΘεσ 110/2008 ΝΟΜΟΣ).
Η καταγγελία, η οποία είναι μονομερής δικαιοπρακτική δήλωση βουλήσεως, η οποία απευθύνεται σε ορισμένο πρόσωπο, μπορεί να γίνει και από πληρεξούσιο, οπότε έχει εφαρμογή και η διάταξη του άρθρου 226 ΑΚ κατά το οποίο, μονομερής δικαιοπραξία που επιχειρείται προς άλλον χωρίς επίδειξη του πληρεξουσίου εγγράφου είναι άκυρη αν αυτός προς τον οποίο γίνεται την αποκρούσει χωρίς υπαίτια καθυστέρηση. Από την τελευταία αυτή διάταξη, προκύπτει ότι εκείνος προς τον οποίο απευθύνεται η δήλωση δια της οποίας συντελείται μονομερής δικαιοπραξία ή οιονεί δικαιοπραξία εκ μέρους προσώπου που φέρεται ως αντιπρόσωπος άλλου, μπορεί, εφόσον δεν του επιδεικνύεται πληρεξούσιο έγγραφο, να την αποκρούσει, για το λόγο αυτό, χωρίς υπαίτια καθυστέρηση. Στην περίπτωση αυτή, δηλαδή της απόκρουσης της δήλωσης χωρίς υπαίτια καθυστέρηση, η επιχειρούμενη πράξη είναι άκυρη. Η ακυρότητα είναι απόλυτη, δεν θεραπεύεται με μεταγενέστερη έγκριση και επέρχεται ανεξάρτητα από το αν ο φερόμενος ως πληρεξούσιος είχε ή όχι την πληρεξουσιότητα, για να επέλθουν δε τα επιδιωκόμενα αποτελέσματα της πράξεως και μάλιστα ex nunc πρέπει αυτή να επιχειρηθεί εκ νέου εγκύρως. Το πρόσωπο εξάλλου προς το οποίο απευθύνεται η δήλωση την αποκρούει χωρίς υπαίτια καθυστέρηση αν ενεργήσει εντός των χρονικών ορίων που επιβάλλονται από την καλή πίστη, τα συναλλακτικά ήθη και τις περιστάσεις. Σε περίπτωση που το ως άνω πρόσωπο δεν πράξει τούτο, δηλαδή δεν ενεργήσει εντός των ως άνω χρονικών ορίων, η μονομερής δικαιοπραξία που επιχειρείται προς άλλο χωρίς επίδειξη του πληρεξουσίου είναι ισχυρή, αν υπάρχει πληρεξουσιότητα ή επακολούθησε έγκριση. Σύμφωνα δε με τις διατάξεις των άρθρων 216 και 217 ΑΚ, η εξουσία για αντιπροσώπευση δίνεται με πληρεξουσιότητα προς τον εξουσιοδοτούμενο, που
υποβάλλεται στον τύπο τον απαιτούμενο για τη δικαιοπραξία στην οποία αφορά. Επί νομικών προσώπων την πληρεξουσιότητα δίνει εκείνος που για κάθε συγκεκριμένη δικαιοπραξία έχει το δικαίωμα εκπροσωπήσεώς του (ΑΠ 139/2016 ΝΟΜΟΣ). Από τις ανωτέρω δε σκέψεις συνάγεται ότι, όταν η καταγγελία από τον πληρεξούσιο έγινε εγγράφως, πρέπει αυτός να επιδείξει το πληρεξούσιο έγγραφο, γιατί διαφορετικά έχει το δικαίωμα αυτός προς τον οποίο γίνεται να την αποκρούσει χωρίς υπαίτια βραδύτητα, οπότε επέρχεται ακυρότητα, και μάλιστα ανεξάρτητα αν υπήρχε πράγματι πληρεξουσιότητα ή αν εγκρίθηκε η καταγγελία. Αντίθετα, αν δεν εναντιωθεί αυτός προς τον οποίο γίνεται, το κύρος της καταγγελίας, που βαρύνεται να αποδείξει ο καταγγέλλων ότι έγινε από αντιπρόσωπό του, θα εξαρτηθεί από την ύπαρξη ή μη του πληρεξουσίου εγγράφου ή της έγκρισης εκ μέρους του (καταγγέλλοντος), η οποία πρέπει να γίνει μέχρι τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, είτε με την προσκόμιση συμβολαιογραφικού ή άλλου εγγράφου είτε με δήλωση του παριστάμενου διαδίκου που καταχωρίζεται στα πρακτικά, διαφορετικά η καταγγελία είναι άκυρη (βλ. Φ. Δωρή σε Α. Γεωργιάδη – Μ. Σταθόπουλου, Αστικό Κώδικα τόμο υπό το άρθρο 226, αριθ. 8, σελ. 396, ΑΠ 139/2016, ο.π., ΕφΠατρ 694/2008, ΕφΔυτΜακ 3/2019 όλες σε ΝΟΜΟΣ). Με τον τρίτο λόγο ανακοπής του, υπό στοιχείο Β.3, ο ανακόπτων ισχυρίζεται ότι η επιδοθείσα σε αυτόν καταγγελία της επίδικης σύμβασης δανείου, εκ μέρους της δικαιοπαρόχου της καθ’ ης, είναι άκυρη αφενός διότι οι υπογράφοντες αυτήν, Γεωργία Μήτρου και Ιζοάρνττο Σαντρίν Μαρία, δεν προκύπτει ότι λειτούργησαν ως εκπρόσωποι της τελευταίας, είτε ως υποκατάστατο όργανο της διοίκησης της, είτε ως απλοί πληρεξούσιοι εντολοδόχοι της. Ο λόγος αυτός, με τον οποίο ο ανακόπτων δεν βάλλει κατά της τυπικής εγκυρότητας της διαταγής πληρωμής, αλλά κατά της ουσιαστικής της εγκυρότητας, αμφισβητώντας την ύπαρξη του εκκαθαρισμένου της οφειλής του, καθώς ισχυρίζεται ότι δεν έχει λυθεί έγκυρα η ένδικη δανειακή σύμβαση, με συνέπεια να μην είναι ληξιπρόθεσμη η οφειλή του, είναι νόμω βάσιμος, στηρίζεται στις προαναφερομένες νομικές σκέψεις και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ’
ουσίαν.
Από την εκτίμηση των εγγράφων που προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, άλλα προς άμεση απόδειξη και άλλα για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων και από την εν γένει διαδικασία, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:Στις 22.05.2017 συνήφθη μεταξύ του ανακόπτοντος και της τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ», εδρεύουσας στην Αθήνα, νομίμως εκπροσωπούμενης η υπ’ αριθμ. 2070278072 σύμβαση καταναλωτικού δανείου και του χορηγήθηκε το ποσό των 17.900 ευρώ, με σκοπό την κάλυψη καταναλωτικών/προσωπικών του αναγκών. Στα πλαίσια της δανειακής αυτής της συμβάσεως τηρήθηκε από την ως άνω τράπεζα ο υπ’ αριθμ. 00269110-4- 6-9614187522 λογαριασμός. Σύμφωνα με σχετικό όρο στην σύμβαση η ανωτέρω πιστώτρια είχε δικαίωμα σε περίπτωση μη ολοσχερούς εξόφλησης δύο συνεχομένων δόσεων ή οποιουδήποτε ληξιπρόθεσμου ποσού οφείλεται σε αυτή από την εν λόγω σύμβαση ή άλλη δανειακή σύμβαση, να προβεί στην καταγγελία της και να
καταστήσει απαιτητό και το μη ληξιπρόθεσμο κεφάλαιο. Λόγω δε μή εκπλήρωσης από τον ανακόπτοντα των συμβατικών του υποχρεώσεων, το ως άνω πιστωτικό ίδρυμα, με την από 25.09.2019 εξώδικη δήλωσή του, η οποία επιδόθηκε στον ανακόπτοντα (οφειλέτη) στις 09.10.2019, δυνάμει της υπ’ αριθμ. Β΄2955/09.10.2019 έκθεσης επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στην Περιφέρεια του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, Βασιλικής Αναστασοπούλου, κατήγγειλε την ανωτέρω σύμβαση και προέβη σε κλείσιμο του τηρούμενου λογαριασμού. Την εν λόγω δε εξώδικη δήλωση με την οποία το ως άνω πιστωτικό ίδρυμα προέβη στην ανωτέρω καταγγελία υπέγραψαν οι Γεωργία Μήτρου και Ιζοάρντο Σαντρίν Μαρία. Εν συνεχεία, δυνάμει της από 13.07.2020 σύμβασης εκχώρησης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις, που καταρτίστηκε μεταξύ της ως άνω πιστώτριας με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ» και της
αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού τιτλοποίησης με την επωνυμία «ERB RECOVERY DAC», η οποία καταχωρήθηκε νόμιμα, με αριθμό πρωτ. 271/14.07.2020 στο δημόσιο βιβλίο του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών, τόμος 11 με α/α 219, η τελευταία απέκτησε, μεταξύ άλλων, όλες τις απαιτήσεις και τα δικαιώματα που απορρέουν από την ένδικη ως άνω σύμβαση δανείου και ανέθεσε τη διαχείριση των απαιτήσεων αυτών στην ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «doValue Greecé Ανώνυμη Εταιρεία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις», με προηγούμενη επωνυμία «EUROBANK FPS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΌ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ», δυνάμει της από 13.07.2020σύμβασης διαχείρισης, η οποία καταχωρήθηκε νόμιμα, με αριθμό πρωτ. 272/14.07.2020 στο δημόσιο βιβλίο του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών, τόμος 11 α/α 220. Κατόπιν, στις 13.04.2021, η εταιρεία ειδικού σκοπού με την επωνυμία «ERB RECOVERY DAC», προέβη σε επανεκχώρηση, μεταξύ άλλων και της επίδικης απαίτησης, προς την τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία «Τράπεζα Eurobank Ανώνυμη Εταιρεία», η οποία καταχωρήθηκε νόμιμα, με αριθμό πρωτ. 120/13.04.2021 στο δημόσιο βιβλίο του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών, τόμος 11 με α/α 219 και κατ’ ορθή επανάληψη στον τόμο 11 με αριθμό 240 και ακολούθως, στις 25.05.2021, η τελευταία τραπεζική εταιρεία, πώλησε και μεταβίβασε, μεταξύ άλλων και την επίδικη απαίτηση, στην καθ’ ης εταιρεία με την επωνυμία «ΜEXICO
FINANCE DAC», που εδρεύει στο Δουβλίνο της Ιρλανδίας, όπως η τελευταία εκπροσωπείται στην κρινόμενη ανακοπή από την κάτωθι διαχειρίστριά της-μή δικαιούχο διάδικο και όπως η σύμβαση αυτή καταχωρήθηκε νόμιμα, με αριθμό πρωτ. 179/25.05.2021 στο δημόσιο βιβλίο του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών, τόμος 12 με α/α 169. Δυνάμει δε της από 25.05.2021 σύμβασης διαχείρισης, η εταιρεία «doValue Greece Ανώνυμη Εταιρεία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις» κατέστη και παραμένει διαχειρίστρια των απαιτήσεων που μεταβιβάσθηκαν, όπως η εν λόγω σύμβαση καταχωρήθηκε νόμιμα, με αριθμό πρωτ. 180/25.05.2021 στο δημόσιο βιβλίο του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών, τόμος 12 με α/α 170 και εν συνεχεία, όπως η από 08.10.2021 σύμβαση διαχείρισης καταχωρήθηκε νόμιμα, με αριθμό πρωτ. 516/11.10.2021 στο δημόσιο βιβλίο του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών, τόμος 13 με α/α 6. Εν συνεχεία, κατόπιν αιτήσεως της διαχειρίστριας της επίδικης απαίτησης και καθ’ ης η ανακοπή, εξεδόθη σε βάρος του ανακόπτοντος η υπ’ αριθμ. 136/2025
διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών- Περιφερειακής Έδρας Κρωπίας, με την οποία υποχρεώθηκε ο ανακόπτων στην προς την αντίδικό του καταβολή του ποσού των 15.898,49 ευρώ μετά των αναφερόμενων σε αυτή τόκων. Κατά της διαταγής αυτής πληρωμής και της κάτωθι αυτής από 02.12.2025 επιταγής προς πληρωμή ασκήθηκε η ένδικη ανακοπή. Ο ανακόπτων από τις 09.10.2019, οπότε επιδόθηκε σε αυτόν η ανωτέρω εξώδικη όχληση καταγγελία, μέχρι την 05.12.2025, οπότε του επιδόθηκε η ανακοπτομένη διαταγή πληρωμής, δεν εναντιώθηκε προς την δικαιοπάροχο της καθ’ ης και κατόπιν προς την καθ’ ης, για το κύρος της καταγγελίας λόγω της αμφισβήτησής του ως προς την ύπαρξη πληρεξουσιότητας των υπαλλήλων της δικαιοπαρόχου της καθ’ ης, Γεωργίας Μήτρου και Ιζοάρντο Σαντρίν Μαρία, που υπέγραψαν την εξώδικη δήλωση, αλλά
αντιθέτως προβάλλει τον σχετικό ισχυρισμό για πρώτη φορά με την κρινόμενη ανακοπή. Η υπαίτια αυτή βραδύτητα που επέδειξε ο ανακόπτων στο να αποκρούσει για το λόγο αυτό την επιδοθείσα σε αυτόν εξώδικη δήλωση, έχει ως συνέπεια, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην νομική σκέψη ότι αυτή (καταγγελία) δεν είναι σε κάθε περίπτωση άκυρη (ανεξάρτητα δηλαδή από το αν υφίσταται πράγματι η σχετική πληρεξουσιότητα ή όχι), αλλά ότι πρέπει να ερευνηθεί αν υπάρχει το εν λόγω πληρεξούσιο έγγραφο ή αν έχει εγκρίνει η δικαιοπάροχος της καθ’ ης ή η καθ΄ης τις εν λόγω ενέργειες. Ωστόσο η καθ’ ης, που φέρει και το σχετικό βάρος απόδειξης του κύρους της καταγγελίας, δεν προσκομίζει έγγραφο, από το οποίο να προκύπτει η αντιπροσωπευτική εξουσία των ανωτέρω υπαλλήλων της δικαιοπαρόχου της, αν έδρασαν δηλαδή ως υποκατάστατοι του Διοικητικού συμβουλίου ή ως εντολοδόχοι τρίτοι δυνάμει σχετικής εξουσιοδότησης. Και παρόλο που η καθ’ ης δήλωσε δια του
πληρεξουσίου δικηγόρου της στο ακροατήριο την έγκριση της ως άνω καταγγελίας, όπως η δήλωσή της καταχωρήθηκε στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του παρόντος δικαστηρίου και επαναλαμβάνεται στις προτάσεις που κατέθεσε επί έδρας, εν προκειμένω, όπως προαναφέρθηκε δεν αποδείχθηκε ότι την ανωτέρω από 25.09.2019 εξώδικη δήλωση υπέγραψαν τα αρμόδια κατά νόμο εκπροσωπευτικά όργανα της δικαιοπαρόχου της καθ’ ης, και ως εκ τούτου, δεν τυγχάνουν εφαρμογής οι διατάξεις των άρθρων 233 και 238 ΑΚ, που αναφέρονται στην, με αναδρομική ενέργεια, μεταγενέστερη έγκριση της καταγγελίας από το αρμόδιο όργανο του νομικού προσώπου ή στην παρούσα περίπτωση μεταγενέστερη έγκριση από το αρμόδιο όργανο της ειδικής διαδόχου της καταγγέλουσας, διότι λόγω του διαπλαστικού χαρακτήρα της καταγγελίας, για τη συντέλεση αυτής, απαιτείται δήλωση βούλησης από το ίδιο το νομικό πρόσωπο, η οποία μόνο με το όργανο που
το εκπροσωπεί μπορεί να πραγματοποιηθεί (ΑΠ 1171/2019 ΝΟΜΟΣ). Σε κάθε δε περίπτωση από την επισκόπηση του υπ’ αριθμ. 102.536/23.07.2024 πληρεξουσίου ειδικού που προσκομίζει μετ’ επικλήσεως Αθηνών, η καθ’ ης, της Συμβολαιογράφου Βαρβάρας Ανδρέα Σγούρα, δεν προκύπτει η πληρεξουσιότητα του πληρεξούσιου Δικηγόρου της να προβαίνει σε καταγγελία της επίδικης ή έγκριση της καταγγελίας σύμβασης δανείου, παρόλο που η ενέργειες αυτές αναφέρονται τούτο διότι από και το κείμενο του εν λόγω ειδικού πληρεξουσίου προκύπτει ότι αυτό είναι μεταπληρεξούσιο, ήτοι οι παρέχοντες τις σχετικές αρμοδιότητες ήτοι οι Αναστασία Φλώρου και ο Κωνσταντίνος Τουρλουπής πληρεξουσιότητα Τουρλούπης, έλαβα σχετική δυνάμει έτερου πληρεξουσίου 83834/18.07.2022, εγγράφου, το οποίο όμως δεν προσκομίζεται από την καθ’ης. Επομένως, αφού δεν υπάρχει έγκυρη καταγγελία της συμβάσεως, δεν παρήχθησαν αποτελέσματα από αυτη (καταγγελία), ήτοι δεν ενεργοποιήθηκε ο σχετικός ο ως ανω συμβατικός όρος πυο παρείχε στη δανείστρια (δικαιοπάροχο της καθ’ης) και εν συνεχεία στην καθ’ης το δικαίωμα να αξιώσει την άμεση πληρωμή από τον ανακόπτοντα ολόκληρου του οφειλόμενου κεφαλαίου και των τόκων και δεν κατέστη το σύνολο του ανεξόφλητου δανείου ληξιπρόθεσμο και απαιτητό. Ως εκ τούτου, αφού η κατγγελία της σύμβασης δανείου είναι άκυρη, η απαίτηση για την οποία εκδόθηκε η ανακοπτόμενη Διαταγή Πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών- Περιφερεαική Έδρα Κρωπίας δεν ήταν ληξιπρόθσμη και απαιτητή κατά την υποβολή της αίτησης για έκδοση Διαταγής Πληρωμής, δεν υφίσταντο οι νόμιμες προϋποθέσεις για την έκδοση της και κατ’ επέκταση η αξίωση της καθ’ης η ανακοπή για καταβολή εκ μέρους του ανακόπτοντος ολόκληρου του ανεξόφλητου κεφαλαίου και των τόκων του επίδικου δανείου δεν ήταν νόμιμη.
Συνεπώς, εφόσον ο εξεταζόμενος, ως άνω λόγος, της ανακοπής κρίνεται βάσιμος, άγει στην εν όλω ακύρωση της διαταγής πληρωμής και συνακόλουθα της από 02.12.2025 επιταγής προς πληρωμή, που συντάχθηκε κάτω από αντίγραφο εξ απογράφου της ως άνω διαταγής πληρωμής, λόγω της ανυπαρξίας ληξιπρόθεσμης της καθ’ ης σε βάρος του ανακόπτοντος δανειολήπτη, παρελκούσης έρευνας των λοιπών λόγων ανακοπής, πλην του ανωτέρω που εξετάστηκε από το Δικαστήριο , καθώς, όταν υπάρχουν περισότεροι λόγοι, νομικοί ή πραγματικοί, που όλοι μαζί ή καθένας ξεχωριστά αποβλέπουν στο ίδιο αποτέλεσμα, δηλαδή στην ακύρωση της διαταγής πληρωμής τότε αν το δικαστήριο κάνει δεκτό ένα λόγο και, ικανοποιώντας το αίτημα της ανακοπής, ακυρώσει την Διαταγή Πληρωμής, δεν πρέπει να προχωρήσει στην έρευνα των λοιπών λόγων, καθώς μετά την ακύρωση της διαταγής θεωρείται ότι έχει ικανοποιηθεί πλήρως το έννομο συμφέρον του ανακόπτοντος. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, δοθέντος ότι ο τρίτος λόγος της κρινόμενης ανακοπής, υπό στοιχεία Β.3, έγινε δεκτός, πρέπει να γίνει δεκτή η ένδικη ανακοπή κατ’ ουσίαν και να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής και η από 02.12.2025 επιταγή προς πληρωμή, κάτωθι του αντιγράφου εκ του πρώτου εκτελεστού απογράφου της εν λόγω διαταγής πληρωμής. Τέλος, η καθ’ ης η ανακοπή, που ηττήθηκε στη δίκη, πρέπει να καταδικαστεί στη δικαστική δαπάνη του ανακόπτοντος, κατόπιν βάσιμου σχετικού αιτήματος του τελευταίου (άρθρ. 176 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ σε συνδυασμό με άρθρ. 63 και 65 Ν. 4194/2013), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΙΚΑΖΕΙ κατ’ αντιμωλία των διαδίκων.
ΔΕΧΕΤΑΙ την ανακοπή.
ΑΚΥΡΩΝΕΙ την υπ’ αριθμό 136/2025 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του
Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, Περιφερειακής έδρας Κρωπίας, καθώς και την
από 02.12.2025 επιταγή προς πληρωμή, κάτωθι του αντιγράφου εκ του πρώτου
εκτελεστού απογράφου της ως άνω διαταγής πληρωμής.
ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος της καθ’ ης τη δικαστική δαπάνη του ανακόπτοντος, την οποία
ορίζει στο ποσό των τετρακοσίων πενήντα (450,00) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, ΑΠΟΦΑΣΙΣΤΗΚΕ και ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση
στο ακροατήριό του, στην Περιφερειακή έδρα Κορωπίου του Πρωτοδικείου Αθηνών,
στις20η Μαΐου 2026, απόντων των διαδίκων και των πληρεξουσίων
δικηγόρων τους.


Leave a Reply