4686/2026 ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΑΠΟΦΑΣΗ 4686/2026

(αριθμός κατάθεσης έφεσης: 30412/1564/08-04-2022)

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΕΙΔΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τη Δικαστή Πηνελόπη Κεχαγιόγλου,
Πρόεδρο Πρωτοδικών, που ορίσθηκε από τον Πρόεδρο του Τριμελούς
Συμβουλίου Διεύθυνσης του Πρωτοδικείου Αθηνών και τη Γραμματέα
Πολυχρονία Γραφάκου.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 10 Οκτωβρίου
2025, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
ΤΗΣ ΕΚΚΑΛΟΥΣΑΣ: Της ανωνύμου εταιρίας με την επωνυμία
«***************************************************» και τον διακριτικό τίτλο «************» που εδρεύει στην Αθήνα ********* και εκπροσωπείται νόμιμα ****************, που παραστάθηκε
δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ του πληρεξούσιου δικηγόρου του Θεόδωρου Πασσά (Α.Μ. 16731 Δ.Σ.Α.) και κατέθεσε προτάσεις.
ΤΩΝ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΩΝ: 1. ******************* του Δημητρίου, κατοίκου
************************************με ΑΦΜ ************* και 2. Της Ιδιωτικής Κεφαλαιουχικής Εταιρίας με την επωνυμία ******************************» και τον διακριτικό τίτλο «***************» που εδρεύει στον ******************** με ΑΦΜ *********** και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων ο μεν πρώτος παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας δικηγόρου του Παναγιώτας Καραχότζα (Α.Μ. 40292 Δ.Σ.Α.), η δε δεύτερη δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Οι εφεσίβλητοι άσκησαν ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών κατά της εκκαλούσας την από 21-04-2021 και με αριθμ. εκθ. καταθ. 18492/143/2021 ανακοπή τους επί της οποίας εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 167/2022 απόφασή του, η οποία έκανε δεκτή την ανακοπή, ακύρωσε τη με αριθμό 8776/2020 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Ειρηνοδικείου Αθηνών και επέβαλε σε βάρος της καθ’ ης τη δικαστική
δαπάνη των ανακοπτόντων ύψους 300,00 ευρώ. Κατά της ανωτέρω απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών η εκκαλούσα – καθ’ ης η ανακοπή άσκησε στο Δικαστήριο που την εξέδωσε, την από 21-03-
2022 και με αριθμ. εκθ. καταθ. 20829/560/22-03-2022 έφεσή της, αντίγραφο της οποίας κατατέθηκε στην γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου με αριθμ. εκθ. καταθ. 30412/1564/08-04-2022, για τη συζήτηση της οποίας ορίσθηκε δικάσιμος η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας.

Κατά τη συζήτηση της ανωτέρω υπόθεσης, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων, ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στις προτάσεις που κατέθεσαν.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗΝ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. γ΄, 287, 291 και 292 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται, κατά το άρθρο 524 παρ. 1 του ίδιου κώδικα και στην έφεση, προκύππει ότι η δίκη διακόπτεται, αν έως ότου τελειώσει η συζήτηση μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση πτωχεύσει κάποιος διάδικος. Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση προς τον αντίδικο του λόγου διακοπής, με επίδοση
δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός του ακροατηρίου, κατά την επιχείρηση της διαδικαστικής πράξεως. Η γνωστοποίηση γίνεται από πρόσωπο που δικαιούται να επαναλάβει τη
δίκη. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα πρακτικά της δίκης και τα λοιπά διαδικαστικά έγγραφα της υποθέσεως, που παραδεκτά επισκοπούνται προκύπτουν τα ακόλουθα: Η υπό κρίση έφεση κατατέθηκε στη Γραμματεία του εκδόντος την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστηρίου, στις 22-03-2022 (βλ. την επί του δικογράφου αυτής έκθεση καταθέσεως). Από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης προκύπτει, ότι κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από το πινάκιο δεν εκπροσωπήθηκε η δεύτερη εφεσίβλητη Ιδιωτική Κεφαλαιουχική Εταιρία, ενώ η πληρεξούσια δικηγόρος του πρώτου εφεσίβλητου δήλωσε προφορικώς στο ακροατήριο, ότι η ανωτέρω εταιρία έχει πτωχεύσει, προσκόμισε δε την υπ’ αριθμ. 9/2022 απόφαση του Ειρηνοδικείου Νίκαιας από την οποία αποδεικνύεται ότι η προαναφερόμενη εταιρία έχει κηρυχθεί σε κατάσταση πτώχευσης, μετά την άσκηση της υπό κρίση εφέσεως. Ενόψει δε του ότι οι εφεσίβλητοι συνδέονται μεταξύ τους με απλή
ομοδικία (κατ’ άρθρ. 74 ΚΠολΔ, ως εις ολόκληρον υπόχρεοι), πρέπει, ως προς την δεύτερη εφεσίβλητη, απλή ομόδικο του πρώτου εφεσίβλητου, να χωρισθεί η υπόθεση, λόγω της επελθούσας, εκ της
πτωχεύσεώς της, βιαίας διακοπής της δίκης.

Ως προς τονπρώτο εφεσίβλητο, η υπό κρίση έφεση κατά της με αριθμό 167/2022 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την διαδικασία των
περιουσιακών διαφορών (άρθρα 632, 933 ΚΠολΔ), έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 17, 495 επ., 511, 513 παρ. 1α, 516, 517, 518 παρ. 1 ΚΠολΔ), καθώς η εκκαλουμένη απόφαση επιδόθηκε
στις 01-03-2022 στην εκκαλούσα ενώ η υπό κρίση έφεση κατατέθηκε, στη Γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου στις 22-03-2022 (άρθρο 518 παρ. 1 ΚΠολΔ). Πρέπει, επομένως, να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί, κατά την ίδια ως άνω προσήκουσα διαδικασία, το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 533 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Οι ανακόπτοντες, ήδη εφεσίβλητοι με την από 21-04-2021 (αριθ. κατ. 18492/143/22-04-2021) ανακοπή που άσκησαν σε βάρος της καθ’ης η ανακοπή ήδη εκκαλούσας, κατά της με αριθμό 8776/2020 διαταγής πληρωμής της Δικαστή του Ειρηνοδικείου Αθηνών και κατά της από 05- 11-2020 επιταγής προς πληρωμή με την οποία υποχρεώθηκαν να καταβάλουν στην καθ’ ης εις ολόκληρον έκαστος το ποσό των 11.619,87 ευρώ πλέον τόκων και εξόδων, ζήτησαν την ακύρωση αυτών. Επί της ανωτέρω ανακοπής, εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, η οποία την έκανε δεκτή ως κατ’ ουσίαν βάσιμη και ως προς τα δύο ανωτέρω σωρευόμενα αιτήματα, ακυρώνοντας τόσο την ανωτέρω διαταγή πληρωμής όσο και την από 05-11-2020 επιταγή προς πληρωμή. Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται η εκκαλούσα, κατ’ εκτίμηση των λόγων της, για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία του νόμου εκ μέρους του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, ζητεί δε να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση, ώστε να απορριφθεί η προαναφερόμενη ανακοπή και να επικυρωθεί η με
αριθμ. 8776/2020 διαταγή πληρωμής της Δικαστή του Ειρηνοδικείου Αθηνών και η από 05-11-2020 επιταγή προς πληρωμή και να καταδικαστούν οι εφεσίβλητοι στη δικαστική της δαπάνη και για τους
βαθμούς δικαιοδοσίας.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή
οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Μόνο, όμως, το γεγονός ότι η άσκηση του δικαιώματος, στη συγκεκριμένη περίπτωση, επιφέρει βλάβη, έστω και μεγάλη, στον οφειλέτη, δεν αρκεί για να χαρακτηρίσει ως καταχρηστική την άσκησή του, αλλά πρέπει να συνδυάζεται και με άλλες περιστάσεις, όπως συμβαίνει όταν ο δανειστής δεν έχει στην πραγματικότητα συμφέρον από την άσκηση του δικαιώματος του. Στο πλαίσιο αυτό ο δανειστής, ο οποίος ασκώντας συμβατικό του δικαίωμα επιδιώκει την είσπραξη της απαίτησής του, ενεργεί ασφαλώς προς ικανοποίηση θεμιτού συμφέροντος του, συνυφασμένου με τη διαχείριση της περιουσίας του, τον τρόπο της οποίας αυτός ελεύθερα
αποφασίζει, εκτός αν στη συγκεκριμένη περίπτωση υπάρχει υπέρβαση, και μάλιστα προφανής, των αρχών της καλής πίστης, των χρηστών ηθών και του κοινωνικοοικονομικού σκοπού του δικαιώματος (ΑΠ1472/2004 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Αυτό συμβαίνει και όταν η συμπεριφορά του δανειστή που προηγήθηκε της άσκησης του δικαιώματος του, σε συνδυασμό με την πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε στο μεσοδιάστημα, δημιούργησαν στον οφειλέτη την εύλογη πεποίθηση ότι ο δανειστής δε θα ασκούσε το δικαίωμα του στο χρόνο που το άσκησε, με αποτέλεσμα η άσκησή του να προκαλεί επαχθείς συνέπειες στον οφειλέτη και να εμφανίζεται έτσι αδικαιολόγητη και καταχρηστική (ΑΠ
1352/2011 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΠΠρΠατρ 104/2014 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Το ζήτημα, δε, αν οι συνέπειες που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος είναι επαχθείς για τον υπόχρεο, πρέπει να αντιμετωπίζεται
και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν σε βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ικανοποίησης του δικαιώματος του (ΑΠ 385/2010 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ
381/2009 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΜΕΦΑΘ 146/2017 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΛαμ159/2011 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Με τον μοναδικό λόγο έφεσης η εκκαλούσα εταιρία ισχυρίζεται ότι εσφαλμένα το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έκρινε ότι η ίδια καταχρηστικά επιδίωξε την ικανοποίηση της απαίτησής της από την επίδικη επιταγή με την έκδοση της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής και την περαιτέρω κοινοποίηση επιταγής προς πληρωμή, δεδομένου ότι δεν υπήρξε καμία πρόταση τμηματικής εξόφλησης της οφειλής εκ μέρους των εφεσίβλητων, ούτε έχει χωρήσει κάποια καταβολή, ενώ οι ως άνω ενέργειες της εκκαλούσας έγιναν στα πλαίσια διαφύλαξης της απαίτησής της έναντι των εφεσίβλητων.

Από την εκτίμηση της ανωμοτί εξέτασης του πρώτου ανακόπτοντος η οποία περιέχεται στα προσκομιζόμενα με επίκληση και ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και από όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι μετ’ επικλήσεως προσκομίζουν, είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, σε συνδυασμό και με τα αυτεπαγγέλτως υπόψη λαμβανόμενα διδάγματα της κοινής πείρας (άρθρο 336 § 4 ΚΠολΔ), αποδείχθηκαν τα εξής πραγματικά περιστατικά: Η καθ’ ης η ανακοπή ανώνυμη εταιρία και ήδη εκκαλούσα με την επωνυμία «************************************» δραστηριοποιείται στην εμπορία και παραγωγή οπωροκηπευτικών, αγροτικών και δασικών προϊόντων, φρούτων και λαχανικών και στην προμήθεια και πώληση αυτών για λογαριασμό, τρίτων παραγωγών και εμπόρων καθώς και νωπών και κατεψυγμένων ειδών. Η εν λόγω εταιρία στη συνέχεια τροφοδοτεί κάθε φυσικό και νομικό πρόσωπο Δημοσίου και Ιδιωτικού Δικαίου, Οργανισμούς παντός είδους νωπών και κατεψυγμένων γενικών οπωροκηπευτικών και αγροτικών προϊόντων. Η δεύτερη ανακόππουσα ιδιωτική κεφαλαιουχική εταιρία με την επωνυμία ********************* δραστηριοποιείται στην αγορά, πώληση, μεταπώληση και γενικά εμπορία (χονδρική και λιανική) οπωροκηπευτικών και γενικώς αγροτικών προϊόντων, φρούτων και λαχανικών. Ιδρυτής και εταίρος κατά ποσοστό 50% της ως άνω ΙΚΕ τυγχάνει ο πρώτος ανακόπτων ******************, ενώ νόμιμος εκπρόσωπος και διαχειριστής αυτής
είναι η θυγατέρα του *****************. Αμφότερες οι εταιρίες, καίτοι ιδρύθηκαν το έτος 2015, εντούτοις ούσες πρωθύστερα οικογενειακές επιχειρήσεις είχαν μακροχρόνια εμπορική συνεργασία δίχως να υπάρξει στο παρελθόν μεταξύ τους κάποια αντιδικία ή κάποια οικονομική διαφορά. Από τον Μάρτιο του έτους 2020 λόγω της πανδημίας του κορωνοιού COVID – 19 και των μέτρων που εφαρμόσθηκαν για την καταπολέμησή της αρχικά με lockdowη στους κλειστούς χώρους εστίασης και στη συνέχεια με αυστηρούς περιορισμούς στη λειτουργία αυτών, η εμπορική δραστηριότητα της δεύτερης ανακόπτουσας, η οποία σημειωτέον συνεργάζονταν αποκλειστικά με καταστήματα εστίασης, παρουσίασε σημαντική πτώση όπως αυτή αποτυπώνεται με σαφήνεια στις φορολογικές δηλώσεις ΦΠΑ που προσκομίζουν και επικαλούνται οι ανακόπτοντες για το χρονικό διάστημα από Μάρτιο του έτους 2019 έως Αύγουστο του έτους 2019, από Μάρτιο του έτους 2020 έως Αύγουστο του έτους 2020 και από Νοέμβριο του έτους 2020 έως Δεκέμβριο του έτους 2020. Σύμφωνα με τις προαναφερόμενες φορολογικές δηλώσεις ο κύκλος εργασιών της εταιρίας από περίπου 80.000,00 ευρώ (τον Μάρτιο του 2019) μειώθηκε σε 22.000,00 (τον Νοέμβριο του 2020). Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι στα πλαίσια της συνεργασίας τους τον Μάϊο του 2020 εκδόθηκε η με αριθμό 20367645-9 μεταχρονολογημένη επιταγή με φερόμενη ημερομηνία έκδοσης 31-08-2020 ποσού 10.548,03 ευρώ της τράπεζας Eurobank Ergasias AΕ με εκδότη τον πρώτο ανακόπτοντα *********************και εις διαταγήν της δεύτερης ανακόπτουσας εταιρίας. Η επίδικη επιταγή οπισθογραφήθηκε στην καθ’ ης η ανακοπή προς μεγαλύτερη εξασφάλιση της τελευταίας αφού η έκδοση της επίδικης επιταγής έγινε προς αντικατάσταση δύο επιταγών εκδόσεως της δεύτερης ανακόπτουσας τα σώματα των οποίων επεστράφησαν από την καθ’ ης. Όπως προκύπτει από το σώμα της επιταγής αυτή οπισθογραφήθηκε
και σε έτερους προμηθευτές και τελικά η καθ’ ης κατέστη νόμιμη κομίστρια αυτής εξ αναγωγής. Κατά δε την εμφάνισή της στις 08-09- 2020 προς πληρωμή στην πληρώτρια τράπεζα βεβαιώθηκε η μη πληρωμή της ελλείψει υπολοίπου στο λογαριασμό του εκδότη ****************. Ακολούθως η καθ’ ης η ανακοπή – εκκαλούσα προέβη στην κατάθεση της από 16-10-2020 αιτήσεως ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών για την έκδοση διαταγής πληρωμής, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμό 8776/2020 προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής της Ειρηνοδίκη Αθηνών ενώ με βάση και της από 05-11-2020 επιταγής προς πληρωμή κάτωθι του πρώτου απογράφου εκτελεστού της με αριθμό 8776/2020 διαταγής πληρωμής, οι ανακόπτοντες υποχρεώθηκαν εις ολόκληρον έκαστος να καταβάλουν στην καθ’ ης η ανακοπή το συνολικό ποσό των 11.619,87 ευρώ πλέον τόκων. Οι
ανακόπτοντες από τη μεριά τους κατέθεσαν την από 21-04-2021 και με αρ. εκθ. καταθ. 18492/143/2021 ανακοπή τους ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών κατά της προαναφερόμενης διαταγής πληρωμής και της από 05-11-2020 επιταγής προς πληρωμή και παράλληλα κατέθεσαν ενώπιον του ιδίου Δικαστηρίου και την από 21-04-2021 και με αρ. εκθ. καταθ. 18513/219/2021 αίτηση αναστολής εκτέλεσης το οποίο με την με αριθμό 139/2021 απόφασή του (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων) αφού πιθανολόγησε την ευδοκίμηση του δεύτερου λόγου ανακοπής που συνίσταται στην καταχρηστική άσκηση δικαιώματος εκ μέρους της καθ’ ης ην ανακοπή με την έκδοση της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής, ανέστειλε την εκτέλεση της εν λόγω διαταγής πληρωμής μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης επί της ανωτέρω ανακοπής. Τελικά εκδόθηκε και η με αριθμό 167/2022 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών η οποία με παρόμοιο σκεπτικό έκανε δεκτή την ανακοπή για τον ίδιο λόγο και ακύρωσε αμφότερες την διαταγή πληρωμής και την επιταγή προς πληρωμή. Η εκκαλούσα εταιρία με την υπό κρίση έφεσή της παραπονείται ότι το πρωτοβάθμιο
Δικαστήριο έσφαλε στην κρίση του καθότι η ίδια δεν ενήργησε καταχρηστικά αιτούμενη την έκδοση της επίδικης διαταγής πληρωμής αλλά ενήργησε στα πλαίσια διαφύλαξης νομίμου δικαιώματός της, ενώ τουναντίον ο πρώτος εφεσίβλητος ενήργησε αντισυναλλακτικά για να αποφύγει την πληρωμή της επίδικης επιταγής. Ωστόσο, όπως αποδείχθηκε ο πρώτος εφεσίβλητος ένεκα της συνεχιζόμενης μείωσης της δραστηριότητας της Ι.Κ.Ε κατά το επίδικο χρονικό διάστημα και της αδυναμίας πληρωμής του ποσού της επιταγής απευθύνθηκε στον νόμιμο εκπρόσωπο της εκκαλούσας ζητώντας την αντικατάσταση της επίμαχης επιταγής με άλλη μεταγενέστερης φερόμενης ημερομηνίας
εκδόσεως. Η πρακτική αυτή όπως κατέθεσε και ο ίδιος ο εφεσίβλητος ανωμοτί ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου συνηθίζεται στο εμπόριο ενώ είχε ακολουθηθεί και στο παρελθόν από αμφότερους τους διάδικους. Επισημαίνεται δε ότι η δεύτερη ανακόπτουσα ΙΚΕ και κατά το χρονικό διάστημα μετά την έκδοση της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής συνέχιζε κανονικά την εμπορική της συνεργασία με την καθ’ης εταιρία με τη διαφορά ότι πλέον η τελευταία εξοφλούσε τοις μετρητοίς τα εμπορεύματα που παρήγγειλε και της παραδίδονταν. Επομένως, και με δεδομένο ότι η επίδικη επιταγή τυγχάνει και η μοναδική οικονομική εκκρεμότητα που υφίσταται μεταξύ των διαδίκων,
οι οποίοι συνεργάζονταν για πολλά χρόνια και εξακολουθούσαν να συνεργάζονται και μετά την έκδοση της επίμαχης διαταγής πληρωμής, όντες (οι ανακόπτοντες) συνεπείς στις υποχρεώσεις τους, συνάγεται ότι η εκκαλούσα ενήργησε καθ’ υπέρβασιν των ορίων που επιβάλλουν οι αρχές της καλής πίστης, των χρηστών ηθών και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του ασκηθέντος δικαιώματός της με την έκδοση της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής. Άλλωστε αποδείχθηκε ότι κατά τον κρίσιμο χρόνο εκδόσεως της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής τόσο ο πρώτος ανακόπτων, ο οποίος ήταν και ο εκδότης της επίμαχης επιταγής και όχι η δεύτερη ανακόπτουσα ΙΚΕ, αλλά και η τελευταία ήταν φερέγγυοι καθότι η περιουσιακή τους κατάσταση υπερκάλυπτε την επίδικη απαίτηση της καθ ‘ης. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε ομοίως, έστω και με ελλιπείς αιτιολογίες που συμπληρώνονται με την παρούσα απόφαση (άρθρο 534 ΚΠολΔ) δεν έσφαλε κι ορθώς εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις, απορριπτομένων ως ουσία αβάσιμων των όσων διατείνεται η εκκαλούσα με τον υπό κρίση λόγο έφεσης. Συνακόλουθα, εφόσον δεν υπάρχουν άλλοι λόγοι προς έρευνα, η ένδικη έφεση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη. Τα δικαστικά έξοδα του εφεσίβλητου του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας πρέπει να
επιβληθούν, σύμφωνα με το σχετικό αίτημά του, στην εκκαλούσα που ηττήθηκε (άρθρα 176 εδ. α, 183 εδ. α’ περ. α’ και 191 § 2 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με άρθρα 63 § 1 περ. iα, 68 § 1 και 69 § 1 του Ν 4194/2013), όπως αυτά ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό, ενώ πρέπει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 495 παρ. 3 προτελ. εδ. ΚΠολΔ, όπως αυτό ισχύει, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από την εκκαλούσα παράβολου συνολικού ποσού εβδομήντα πέντε (75,00) ευρώ.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΙΚΑΖΕΙ ερήμην της δεύτερης εφεσίβλητης ως προς την οποία επήλθε βίαιη διακοπή της δίκης λόγω πτώχευσης και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων την από 21-03-2022 και με αριθμ. εκθ. καταθ. 30412/1564/08-04-2022 έφεση.
ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ κατ’ ουσίαν την από 21-03-2022 και με αριθμ. εκθ. καταθ. 30412/1564/08-04-2022 έφεση που στρέφεται κατά της με αριθμό 167/2022 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών – τμήμα ανακοπών.
ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ τα δικαστικά έξοδα του εφεσίβλητου, για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, σε βάρος της εκκαλούσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300,00) ευρώ.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παράβολου, ποσού εβδομήντα πέντε (75,00) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Απριλίου 2026 χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων τους δικηγόρων.
Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Leave a Reply

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *