782/2026 Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΤΜΗΜΑ ΕΦΕΣΕΩΝ

ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ

782/2026

ΤΟ ΠΟΛΥΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές Ιωάννη Ναυπλιώτη, Πρόεδρο Πρωτοδικών, Θεοδώρα – Μαρία Μπακάλη, Πρωτοδίκη, και Κυριακή Ιορδανίδου, Πρωτόδικη Εισηγήτρια, και τη Γραμματέα Κωνσταντίνα Ντουζέπη

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 23-1-2026 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ της εκκαλούσας Ανώνυμης εταιρεία με την επωνυμία « DOVALUE GREECE ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ» με τον διακριτικό τίτλο «DOVALUE GREECE» με έδρα στο ΜΟΣΧΑΤΟ ΑΤΤΙΚΗΣ, επί της οδού Κύπρου αρ. 27 και Αρχιμήδους, με Α.Φ.Μ. 099755919, που εκπροσωπείται νόμιμα (πρώην ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία Eurobank FPS Aνώνυμη Εταιρεία Διαχείρισης Απαιτήσεως από Δάνεια και Πιστώσεις), στην οποία έχει ανατεθεί η η διαχείριση των απαιτήσεων της εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «CAIRO No.2 FINANCE DESIGNATED ACTIVITY COMPANY» (KAIΡΟ ΝΟ 2 ΦΑΪΝΑΝΣ ΝΤΕΖΙΓΚΝΕΙΤΙΝΤ ΑΚΤΙΒΙΤΥ ΚΟΜΠΑΝΥ) (δικαιούχος της απαίτησης), με έδρα στο Δουβλίνο Ιρλανδίας, που εκπροσωπείται νόμιμα. Οι προς διαχείριση απαιτήσεις μεταβιβάσθηκαν στη δικαιούχο της απαίτησης από την ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS AΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ» και τον διακριτικό τίτλο «Eurobank Ergasias», που εκπροσωπείται νόμιμα. Η ως άνω διάδικος εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από την πληρεξούσια δικηγόρο Γιανιού Χριστίνα με Α.Μ. 040041 του Δ.Σ. Αθηνών.

Του εφεσίβλητου: ****************************************, κατοίκου Βύρωνος Αττικής, οδός *********************************, που παραστάθηκε στο ακροατήριο με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου Χρήστου Θεοδωροπούλου με Α.Μ. 032571 του Δ.Σ. Αθηνών.

Ο εφεσίβλητος άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 28-11-2024 ανακοπή του κατά της εκκαλούσας, η οποία συζητήθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, και επ’ αυτής εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 1233/2025 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την απόφαση αυτή που δέχθηκε την ανακοπή, προσέβαλε η εκκαλούσα, ενεργώντας ως διαχειρίστρια των απαιτήσεων της εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «CAIRO No.2 FINANCE DESIGNATED ACTIVITY COMPANY» (ΚΑΪΡΟ ΝΟ 2 ΦΑΪΝΑΝΣ ΝΤΕΖΙΓΚΝΕΙΤΙΝΤ ΑΚΤΙΒΙΤΥ ΚΟΜΠΑΝΥ), με την κρινόμενη από 19-6-2025 έφεσή της, η οποία κατατέθηκε στη γραμματεία του Ακούσαντος την απόφαση Δικαστηρίου στις 20-6-2025 με ΓΑΚ 154000/ΕΛΚ 447/2025. Αντίγραφο της εφέσεως κατατέθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου με ΓΑΚ 172430/EAK 665/2025, και ορίσθηκε δικάσιμος αυτή που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης, και η υπόθεση γράφηκε στο πινάκιο.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων κατέθεσαν προτάσεις και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται σε αυτές.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΝΟΜΟ

Ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού εισάγεται η από 19-6-2025 έφεση κατά της με αριθμό 1233/2025 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία αφού δίκασε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών έκανε δεκτή την από 18-11-2024 με αριθμό κατάθεσης δικογράφου ΓΑΚ/ΕΑΚ/ 170924/9487/2024 ανακοπή. Η κρινόμενη έφεση ασκήθηκε παραδεκτά, νομότυπα [άρθρα 1852 περ. α΄, 495 παρ. 1,511,513 παρ 18, 514, 517, 520 παρ.1 ΚΠολΔ) και εμπρόθεσμα, εντός της κατ’ άρθρο 518 παρ.1 ΚΠολΔ προθεσμίας από την επίδοση της εκκαλουμένης απόφασης στις 23-5-2025. Περαιτέρω, με την κατάθεση της έφεσης κατατέθηκε και το νόμιμο παραβολο, συνολικού ποσού 100 ευρώ, κατ’ άρθρο 495 παρ. 4 του ΚΠολΔ (βλ. το με αριθμό 85237317895512160046/2025 ο-παράβολο). Συνεπώς, η κρινόμενη έφεση είναι παραδεκτή, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξεταστεί περαιτέρω, κατά την ίδια διαδικασία, ώστε να κριθεί το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρα 532, 533 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Ο ανακόπτων και ήδη εφεσίβλητος με την από 18-11-2024 με αριθμό κατάθεσης δικογράφου ΓΑΚΙΕΑΚΙ 170924/9487/2024 ανακοπή, ζητούσε να ακυρωθεί, για τους αναφερόμενους στο ως άνω δικόγραφο λόγους, η επισπευδόμενη σε βάρος του αναγκαστική εκτέλεση δυνάμει των α) από 16-10-2024 επιταγής προς πληρωμή κάτωθι αντιγράφου από το με αριθμό 1319/2013 α΄ εκτελεστή απόγραφο της με αριθμό 1187/1227/2013 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου και β) της με αριθμό 213/4-11-2024 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας που συνέταξε η Δικαστική Επιμελήτρια της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, Ευθαλία Ντινοπούλου. Επί της ανακοπής αυτής εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, η εκκαλουμένη απόφαση, η οποία έκανε δεκτή την ανακτυπή και ακύρωσε την προσβαλλόμενη επιταγή προς εκτέλεση καθώς και την ως άνω έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας. Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται η καθ’ ης η ανακοπή-εκκαλούσα με την ένδικη έφεση για λόγους που ανάγονται στην εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και την πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων, ζητώντας την εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης, έτσι ώστε να απορριφθεί η ανακοπή. Τέλος, ζητεί να καταδικαστεί ο εφεσίβλητος στην καταβολή της δικαστικής της δαπάνης.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 925 παρ. 1 ΚΠολΔ, ο καθολικός ή ειδικός διάδοχος του δικαιούχος οφείλει να κοινοποιήσει στον καθ’ οι η εκτέλεση, επιταγή προς εκτέλεση και τα νομιμοποιούντα αυτόν έγγραφα. Η υποχρέωση αυτή επιβάλλεται τόσο για την έναρξη, όσο και για τη συνέχιση της υπό του δικαιοπαρόχου αρξάμενης εκτέλεσης, είναι δε, ανεξάρτητη και πρέπει να γίνεται ακόμα και όταν ο καθ’ ου η εκτέλεση έλαβε με άλλο τρόπο γνώση της διαδοχής. Ως νομιμοποιούντα τον διάδοχο έγγραφα νοούνται τα αποδεικνύοντα τη διαδοχή και πρέπει να κοινοποιούνται, είτε αυτά είναι δημόσια είτε ιδιωτικά. Η παράβαση του άρθρου 925 παρ. 1 ΚΠολΔ. συνεπάγεται ακυρότητα της εκτέλεσης ανεξαρτήτως βλάβης, δεδομένου ότι η φράση του νόμου “δεν δύναται να αρχίσει ή να συνεχίσει την αναγκαστική εκτέλεση” είναι ισοδύναμη με την απειλή ακυρότητας (ΑΠ 1343/2022 στην ΤΝΠ Νόμος). Ως προς την υποχρέωση ειδικότερα συγκοινοποιήσεως των νομιμοποιητικών εγγράφων τιτλοποιούμενων επιχειρηματικών τραπεζικών απαιτήσεων κατά τους ορισμούς των ν. 4354/2015 και 3156/2003, με δεδομένη τη συνθετότητα και την έκταση των επιμέρους πράξεων, από τις οποίες απαρτίζεται η μεταβίβαση των απαιτήσεων και εν συνεχεία η ανάθεση της διαχείρισης αυτών, άρα και των αντιστοίχων εγγράφων, που την πιστοποιούν, η απαίτηση συγκοινοποίησης στον καθ’ ου η εκτέλεση οφειλέτη, στο πλαίσιο της ρυθμίσεως του άρθρου 925 παρ. 1 ΚΠολΔ, ολόκληρων των σχετικών συμβάσεων μεταβίβασης και ανάθεσης της διαχείρισης, εκτός του ότι δεν συμπορεύεται με το πνεύμα της ρυθμίσεως του ανωτέρω άρθρου 925 παρ. 1 ΚΠολΔ, παρεμβάλει σοβαρά εμπόδια, παρεμποδίζοντας την πρόσβαση των δανειστών αδικαιολογήτως στην εκτελεστική διαδικασία. Η αναγκαστική εκτέλεση βάζει μεν συνήθως τον τύπο πριν από την ουσία, όχι, όμως, σε βαθμό που εγγίζει τα όρια της κατάχρησης. Κατ’ ανάγκη λοιπόν, όπως άλλωστε υποδεικνύει η ίδια η ρύθμιση του νόμου, θα πρέπει να επιλεγούν εκείνα μόνο τα νομιμοποίηση του επισπεύδοντος. Καθώς δε, τα αποτελέσματα της μεταβίβασης επέρχονται αυτοδικαίως εκ του νόμου και χωρίς άλλη διατύπωση (πχ αναγγελία) και έναντι τρίτων από την καταχώριση της κάθε σύμβασης στο δημόσιο βιβλίο του αρ. 3 του ν.2844/2000, είναι προφανές ότι και η νομιμοποίηση της εταιρίας που αναλαμβάνει τη διαχείριση των μεταβιβασθεισών απαιτήσεων αρχίζει ακριβώς από τότε. Άρα, τα έγγραφα, που πιστοποιούν τις ανωτέρω πράξεις και ολοκληρώνουν τη μεταβίβαση και την ανάθεση της διαχείρισης, είναι τα μόνα κρίσιμα και θα πρέπει να συγκοινοποιούνται στον οφειλέτη με την επιταγή. Όλα τα προηγούμενα οσηδήποτε σπουδαιότητα και σοβαρότητα αν παρουσιάζουν για τη διαδικασία της μεταβίβασης καθ’ εαυτήν, δεν παύουν να αποτελούν στοιχεία, που αφορούν στις εσωτερικές σχέσεις των εταιρειών.Τα έγγραφα που νομιμοποιούν, συνεπώς, την εταιρεία που ανέλαβε τη διαχείριση των μεταβιβασθεισών απαιτήσεων, είναι η καταχώριση σε περίληψη που περιέχει τα ουσιώδη στοιχεία των συμβάσεων μεταβίβασης και ανάθεσης της διαχείρισης, σύμφωνα με το αρ. 3 του ν. 2844/2000, ήτοι η δημοσίευση
του εντύπου που καθορίστηκε με την 161337/2003 απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης στο Ενεχυροφυλακείο του τόπου της κατοικίας ή της έδρας του μεταβιβάζοντος, με το σχετικό απόσπασμα των μεταβιβαζόμενων απαιτήσεων απ’όπου θα φαίνεται η καταχώριση της μεταβίβασης της σε βάρος του καθ’ ου η εκτέλεση απαίτησης. Η κοινοποίηση των εγγράφων αυτών είναι αρκετή και ανταποκρίνεται πλήρως στη νομοτυπική μορφή των εγγράφων που αξιώνει το άρθρο 925 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΕφΑθ 832/2022 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Η ratio legis της θεσπισθείσας ειδικής πρόσθετης διατύπωσης του άρθρου 925 ΚΠολΔ εντοπίζεται στην αποφυγή αιφνιδιασμού του καθ’ ου η εκτέλεση οφειλέτη ως προς τη διαδοχή στο πρόσωπο του επισπεύδοντος δανειστή και εφαρμόζεται και επί μετάθεσης της νομιμοποίησης προς δικαστική επιδίωξη της απαίτησης από το πρόσωπο του δικαιούχου της απαίτησης σε τρίτο – μη δικαιούχο διάδικο (ΕφΑθ 8/2023, ΕφΑθ790/2022 στην ΤΝΠ Νόμος, Πλεύρη Α., «Μη δικαιούχοι και μη υπόχρεοι διάδικοι στην πολιτική δίκη», 2014, σελ. 380 επ.). Η έλλειψη των παραπάνω στοιχείων δεν θεραπεύεται με τη μεταγενέστερη προσκόμιση αυτών στη δίκη της ανακοπής [ΑΠ914/2018 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 782/1994 ΕλλΔ/νη 1995/838, ΕφΑθ 1790/2022 ό.π.,
Κεραμεύς/Κονδύλης/Νίκας (-Ποδηματά) ΚΠολΔ ΙΙ (2000) άρθρο 626 αρ. 3, σελ.1169 Βλ. και ΕφΠειρ 307/2024 στην ιστοσελίδα του Εφετείου Πειραιώς].

Με την υπό κρίση έφεσή της η εκκαλούσα παραπονείται για λόγους που ανάγονται στην εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και την πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων, ζητώντας την εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης, έτσι ώστε να απορριφθεί η ανακοπή του εφεσίβλητου. Ειδικότερα, η εκκαλούσα με τον μοναδικό λόγο έφεσης παραπονείται επειδή πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έκανε δεκτό τον τέταρτο λόγο της ανακοπής με τον οποίο ο ανακόπτων ισχυριζόταν ότι ήταν άκυρη η σύμβαση διαχείρισης, στην οποία ερείδεται η ενεργητική νομιμοποίηση της καθ’ ης, διότι δεν τηρήθηκε ο προβλεπόμενος στο άρθρο 2 παρ. 2 ν. 4354/2015 συστατικός τύπος ως προς το ελάχιστο περιεχόμενο της εν λόγω δικαιοπραξίας και ειδικότερα δεν αναφέρονται στην εν λόγω σύμβαση οι προς διαχείριση απαιτήσεις.

Από όλα τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Μεταξύ του Μηνά Αργυρίου και της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS Ανώνυμη Εταιρία» καταρτίσθηκε η υπ’ αριθ. 939/10-4-1997 σύμβαση πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεος λογαριασμό, καθώς και η υπ΄αριθ. 939/1/25-6- 1998 Πρόσθετη Πράξη. Προς εξασφάλιση της απαίτησής από την ανωτέρω σύμβαση η πιστώτρια τραπεζική εταιρία, δυνάμει της υπ’ αριθ. 1000/1123/1998 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου ποσού 8.000.000 δραχμών, επί της υπό στοιχεία Α-3 οριζόντιας ιδιοκτησίας, επιφανείας 49.τ.μ. και με ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του οικοπέδου 50,30/1000 εξ αδιαιρέτου, η οποία βρίσκεται στον πρώτο όροφο μιας πολυκατοικίας, κείμενης στο Δήμο Βύρωνος Αττικής και επί της οδού Νικηφορίδη αριθ. 37-39. Η ως άνω προσημείωση υποθήκης καταχωρίσθηκε νόμιμα στα βιβλία υποθηκών του Υποθηκοφυλακείου Βύρωνα στον τόμο 98 με αύξοντα αριθμό 9188. Περαιτέρω, η πιστώτρια τραπεζική εταιρία πέτυχε σε βάρος του οφειλέτη της την έκδοση της υπ΄αριθ. 1187/1227/2013 διαταγής πληρωμής με την οποία διατάχθηκε να καταβάλλει το ποσό των 25.502,79 ευρώ έντοκα με το συμβατικό υπερημερίας και με εξαμηνιαίο ανατοκισμό των τόκων από την 17-4-2013, ήτοι από την επομένη του κλεισίματος του λογαριασμού. Ακριβές αντίγραφο από το πρώτο εκτελεστό απόγραφο της παραπάνω διαταγής πληρωμής, με την από 2-10-213 επιταγή προς πληρωμή, επιδόθηκε για πρώτη φορά στον οφειλέτη με επιμέλεια της παραπάνω τράπεζας- αιτούσας την έκδοση της διαταγής πληρωμής, Ακολούθως δυνάμει του με αριθμό 12491/9-10-2009 συμβολαίου πώλησης της συμβολαιογράφου Αθηνών Μάρθας Παρασκευάς Κωνσταντοπούλου, του Κτηματολογικού Γραφείου Βύρωνα με αριθμό καταχώρισης 4239/18-11-2009, ο Μηνάς Αργυρίου πώλησε και μεταβίβασε το παραπάνω διαμέρισμα στον Γεώργιο Κωτσαλά του Βέργου και της Αγγελικής. Στις 15/6/2015 ο Γεώργιος Κωτσαλάς απεβίωσε (βλ. τη με αριθμό 111/16/16-6-2015 ληξιαρχική πράξη θανάτου της Ληξιάρχου του Δήμου Αθηναίων), χωρίς να αφήσει διαθήκη (βλ. το με αριθμό 27934/27-6-2024 πιστοποιητικό του τμήματος διαθηκών του Ειρηνοδικείου Αθηνών), και κατέλιπε μοναδικό πλησιέστερο συγγενή του τον ανακόπτοντα και ήδη εφεσίβλητο αμφιθαλή αδελφό του Δημήτριο Κωτσαλά του Βέργου (βλ. το με αριθμό πρωτοκόλλου 15364/19-6-2015 πιστοποιητικό πλησιεστέρων συγγενών του Δημάρχου Βύρωνος Αττικής), στη νομή του οποίου περιήλθε, λόγια κληρονομικής διαδοχής, η παραπάνω οριζόντια ιδιοκτησία. Εξάλλου με την από 18-6-2019 σύμβαση πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων που δημοσιεύθηκε με αριθμό πρωτοκόλλου 150/18-6-2019 στον τόμο 10 με α.α. 184 του δημόσιου βιβλίου του άρθρου 3 του ν. 2844/2000 στο Ενεχυροφυλάκειο Αθηνών μεταξύ της της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS Ανώνυμη Εταιρίας και της εδρεύουσας στην Ιρλανδία εταιρίας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «CAIRO No. 2FINANCE DISIGNATED ACTIVITY COMPANY μεταβιβάστηκε σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 3156/2003 στην ω ςάνω εταιρεία και η επίδικη απαίτηση, όπως προκύπτει από το με αριθμό 3937 επικυρωμένο απόσπασμα του παραρτήματος (σελ. 72) με αριθ. Πρωτ. 150/18-6-2019
που είχε εξαχθεί από το δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 του ν. 2844/2000 που τηρείται στο Ενεχυροφυλάκειο Αθηνών. Περαιτέρω, με την υπ΄’αριθ. 151/18-6-2019 σύμβαση διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων, η οποία καταρτίσθηκε μεταξύ της ως άνω αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού και της εκκαλούσας (η οποία έφερε τότε την επωνυμία «Ανώνυμη Εταιρία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις Eurobank FPS ») και δημοσιεύθηκε στον τόμο 10 με αριθμό 185 του δημόσιου βιβλίου του άρθρου 3 του ν. 2844/2000 που τηρείται στο Ενεχυροφυλάκειο Αθηνών
ανατέθηκε στην τελευταία η διαχείριση απαιτήσεων που είχαν μεταβιβαστεί στην εταιρεία ειδικού σκοπού. Στις 08.11.2022 καταχωρίσθηκε στο ως άνω δημόσιο βιβλίο, με αριθμό πρωτοκόλλου 861/8-11-2022, στον τόμο 15 και με αριθμό 108. η μεταβολή της ανωτέρω σύμβασης διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων, ως προς την επωνυμία της εκκαλούσας, δεδομένου ότι αυτή μετονομάσθηκε σε «DOVALUE GREECE ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ
ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ». Ακολούθως, η εκκαλούσα, ενεργώντας υπό την ιδιότητά της ως διαχειρίστρια απαιτήσεων, της ως άνω αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «CAIRO No. 2FINANCE DISIGNATED ACTIVITY COMPΑΝΥ» επέδωσε στον οφειλέτη της προαναφερόμενης σύμβασης πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό καθώς και στον ανακόπτοντα εφεσίβλητο την προσβαλλόμενη από 16-10-2024 επιταγή προς πληρωμή η οποία συντάχθηκε κάτω από αντίγραφο του πρώτου εκτελεστού απογράφου της υπ’ αριθ. 1187/1227/2013 διαταγής πληρωμής, ενώ στη συνέχεια επέβαλε αναγκαστική κατάσχεση επί του ανωτέρω ακινήτου, νομέας του οποίου τυγχάνει ο εφεσίβλητος, με την προσβαλλόμενη υπ’ αριθ. 213/4-11-2024 κατασχετήρια έκθεσης της δικαστικής επιμελήτριας στην περιφέρεια του Εφετείου Αθηνών Ευθαλίας Ι. Ντινοπούλου. Μεταξύ των εγγγγράφων που συγκοινοποοποιήθηκαν στον εφεσίβλητο με την ως άνω από 16-10-2024 ταγή πι πληρωμή συμπεριλαμβάνονταν και οι α) με αριθ. Πρωτ. 151/18-6-2019 και β) με αριθ. Πρωτ. 81/8-11-2022 καταχωρίσεις στο Ενεχυροφυλάκειο Αθηνών της περίληψης περίληψης της από 18-6-2019 σύμβασης διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων. Όπως αποδεικνύεται από το περιεχόμενο των κειμένων των περιλήψεων της σύμβασης διαχείρισης δεν προσδιορίζονται σ’ αυτές οι απαιτήσεις η διαχείριση των οποίων ανατίθεται στην εκκαλούσα, αλλ’ ούτε και γίνεται μνεία της από 18-6-2019 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων ή του παραρτήματος αυτής με τις μεταβιβασθείσες απαιτήσεις, αντίγραφο του οποίου κοινοποιήθηκε στον εφεσίβλητο με την από 16-10-
2024 επιταγή προς πληρωμή. Ως εκ τούτου δεν αποδεικνύεται αν στις απαιτήσεις, η διαχείριση των οποίων ανατίθεται στην εκκαλούσα με την από 18-6-2019 σύμβαση διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων, περιλαμβάνεται και η επίδικη απαίτηση. Συνακόλουθα, δεν αποδεικνύεται η ενεργητική νομιμοποίηση της εκκαλούσας, ως μη δικαιούχου διαδίκου, για να ξεκινήσει τη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης εις βάρος του εφεσίβλητου. Εξάλλου, ο ισχυρισμός της εκκαλούσας ότι δεν καλείται σε εφαρμογή το αρ. 2 παρ. 2 Ν. 4354/2015, σύμφωνα με το οποίο η σύμβαση διαχείρισης υπόκειται σε έγγραφο συστατικό τύπο και περιλαμβάνει κατ’ ελάχιστο περιεχόμενο, μεταξύ άλλων, και τις προς διαχείριση απαιτήσεις διότι αυτές εν προκειμένω αποκτήθηκαν μέσω τιτλοποίησης και εκχώρησης από την εταιρία ειδικού σκοπού δυνάμει του Ν. 3156/2003 πρέπει να απορριφθεί ως νόμω αβάσιμος διότι η εκκαλούσα, ως εταιρία διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων από Δάνεια και
Πιστώσεις, έχει συσταθεί με βάση τον Ν. 4354/2015 και προκειμένου να έχει τη δικονομική δυνατότητα να επισπεύδει αναγκαστική εκτέλεση, δυνάμει και κατ’ επίκληση της παρ. 4 του άρθρου 2 ν. 4354/2015, απαιτείται να πληρούνται οι προϋποθέσεις ολόκληρου του άρθρου αυτού, συμπεριλαμβανομένης και της παρ. 2 του ιδίου άρθρου. Άλλωστε, η διαδοχική δημοσίευση των περιλήψεων των συμβάσεων διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων και των συμβάσεων πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων, όπως προκύπτει από τους αριθμούς πρωτοκόλλου που έχουν λάβει αυτές στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών, δεν δημιουργεί τεκμήριο αλληλοαναφοράς ούτε συνιστά ενιαίο κείμενο, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η εκκαλούσα, αλλά προσαπαιτείται η εκ του νόμου προβλεπόμενη δημοσιότητα ως προς τις απαιτήσεις των οποίων τη διαχείριση έχει αναλάβει η εκκαλούσα με μνεία
ότι αυτές αφορούν στις απαιτήσεις που μεταβιβάστηκαν από την από 18-6-2019 σύμβαση πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων που δημοσιεύθηκε με αριθμό πρωτοκόλλου 150/18-6-2019 στον τόμο 10 με α.α. 184 του δημόσιου βιβλίου του άρθρου 3 του ν. 2844/2000 στο Ενεχυροφυλάκειο Αθηνών. Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση κατέληξε στην ίδια κρίση, δέχθηκε ως ουσιαστικώς βάσιμο τον ως άνω λόγο της ανακοπής και κήρυξε άκυρες τις προσβαλλόμενες επιταγή προς εκτέλεση και κατασχετήρια έκθεση, δεν
έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων, και ο περί του αντιθέτου μοναδικός λόγος της εφέσεως πρέπει να απορριφθεί ως κατ’ ουσίαν αβάσιμος. Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί η έφεση ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη, να καταδικασθεί η εκκαλούσα στα δικαστικά έξοδα του εφεσίβλητου του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας (άρθρ. 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) και να διαταχθεί, κατ’ άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παράβολου, που καταβλήθηκε.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ,
ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.
ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ κατ’ ουσίαν την από 19-6-2025 έφεση
κατά της 1233/2025 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παράβολου που κατατέθηκε, στο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΣΕΙ την εκκαλούσα στα δικαστικά έξοδα του εφεσίβλητου του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300,00) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίστηκε και δημοσιεύθηκε στην Αθήνα στις 03.04.2026.

Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στην Αθήνα χωρίς να είναι παρόντες οι διάδικοι ή οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους, στις 27.04.2026.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Leave a Reply

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *