Συγκροτήθηκε απὀ τους Λικαστέ Καλλιόπη Λόλα, Πρόεδρο
Εφετών, Αντωνία Μπαχαντάκη, Ἐφέτη, Αθηνά Γαλιουδάκη, Εφέτη –
Εισηγήτρια και, από το Γραμματέα Εμμανουήλ Περράκη.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του την 21 Απριλίου 2026 για
να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
ΤΟΥ ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΟΣ : ************ ******** του Γεωργίου,
κατοίκου ******** Χανίων, ο οποίος παραστάθηκε μετά του
πληρεξούσιού του δικηγόρου Ιωάννη Ντερμανάκη.
ΤΟΥ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΟΥ : ************* ********* του Γεωργίου,
κατοίκου Περιστερίου Απική ο οποίος παραστάθηκε διά του
πληρεξούσιού του δικηγόρου Χρήστου Θεοδωρόπουλου.
Ο ενάγων άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων
την από 11-9-2017 και με αρ. έκθ. κατάθ. ΜΤΝ231/2017 αναγνωριστική
αγωγή κυριότητας κατά του εναγόμενου, το οποίο, με Τη με αριθμό
12/202Ί απόφασή του κήρυξε εαυτό αναρμόδιο και παρέπεμψε την
υπόθεση στο καθ ύλην αρμόδιο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χανίων που,
κατόπιν συζήτησής της, αντιμωλία των διαδίκων, με την με αριθμό
42/2024 απὀφασή του απέρριψε την αγωγή.
Κατά της οριστικής αυτής αποφάσεως αυτής παραπονείται ο
εκκαλών με την από 20-6-2024 ἐφεσή του, που κατατέθηκε με αριθμό
έκθεσης κατάθεσης 258/2024 στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου,
γράφτηκε στο πινάκιο και προσδιορίστηκε στην αναφερόμενη ως άνω
δικάσιμο (21-4-2026).
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, και Κατά την εκφώνησή της απὀ
το πινάκιο, οι πληρεξούσιοι Δικηγόροι των διαδίκων ζήτησαν να γίνουν
δεκτά όσα αναφέρονται στις προτάσεις τους.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Νόμιμα φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος
Δικαστηρίου η από 20-6-2024 (καταθ. με αρ. πρωτ. ΕΦΊ49/2024 στο
πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και στο παρόν με αριθμό πρωτ. 258/2024)
έφεση κατά της υπ ́ αρ. 42/2024 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς
Πρωτοδικείου Χανίων, με την οποία απορρίφθηκε, κατόπιν συζήτησης
αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία, η με αρ. εΚθ.
κατάθεσης 29112017 αγωγή του ενάγοντος και ήδη εκκαλούντος κατά του
εναγόμενου και ήδη εφεσίβλητου. Ἡ έφεση φέρεται αρμοδίως και
παραδεκτώς ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού (άρθρο 19 του ΚΠΟΛΔ) και
έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως την 20-6-2024 (άρθρα 496
παρ. Ί, 496 παρ. Ί, 498 παρ. Ί, 499, 511, 513 παρ. Ί β’, 516 παρ. Ί, 517
εδ. α ́, 518 παρ. Ί ΚΠΟΛΔ σε συνδ. με την με αρ. Ί0851Δ/21-6-2024
έκθεση επίδοσης της δικ. επιμελήτριας της Περιφέρειας του Εφετείου
Κρήτης Στέλλας Αμπαδιωτάκη, ήτοι εντός τριάντα ημερών από της
επιδόσεως της εκκαλουμένης), και έχει κατατεθεί το οριζόμενο κατ’ άρθρο
496 παρ. 3 ἈΚΠΟΛΔ Παράβλο με αυτήν με αριθμό
6861Τ8θ699Ρ412160034. Επομένως πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να
ερευνηθεί περαπέρω, κατά την ἴδια ως άνω διαδικασία, ως προς το
παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 533 παρ. ΚΠΟΔ),
αντιμωλία των διαδίκων.
Με την από 11-9-2017 αγωγή ενώπιον του Μονομελούς
Πρωτοδικείου Χανίων ο ενάγων ισχυρίστηκε ότ προκειμένης της
ανέγερσης οικοδομής επί οικοπέδου Ιδιοκτησίας του Το έτος 1979 και της
οικονομικής του δυσχέρειας προς τούτο, μεταβίβασε δυνάμει του εν αυτή
αναφερόμενου νόμιμα μεταγεγραμμένου συμβολαίου αγοραπωλησίας
εικονικά στον εναγόμενο αδελφό του μία οριζόντια Ιδιοκτησία και δη το
Ἰσόγειο αυτής ώστε να ληφθεί τραπεζικό δάνειο επ ονόμαή του
(εναγόμενου). Ότι αμφότεροι οι συμβαλλόμενοι γνώριζαν την εικονικότητα,
και οἱ δηλώσεις τους ήταν φαινομενιές. Ότι δυνάμει ειδικού
συμβολαιογραφικού πληρεξούσιου, ο εναγόμενος παρείχε στον Ιδιο
(Ενάγοντα) την ειδική εντολή και πληρεξουσιότητα μεταξύ άλλων να πωλεί
ακίνητα, ακόμη και με αυτοσύμβαση, οπότε κατόπιν της εκταμίευσης του
δανείου ο ἴδιος (ενάγων) με αυτοσύμβαση απέκτησε μόνον ποσοστό 50%
εξ αδιαιρέτου της ως άνω οριζόντιας Ιδιοκτησίας, λόγω οικονομικής.
αδυναμίας να καταβάλει το συνολικά απαιτούμενο ποσό των εξόδων
μεταβίβασης της κατά πλήρη κυριότητα. Ότι από το έτος 1970 νέμεται και
κατέχει την εν λόγω οριζόντια Ιδιοκτησία διανοία κυρίου κατά ποσοστό
10096, αποπερατώνοντάς την, συντηρώντας την, επισκευάζοντάς την,
εκμισθώνοντάς την και εισπράττοντας τα μισθώματα, οπότε κατέστη
κύριος της με έκτακτη χρησικτησία. Ότι ο εναγόμενος την 3-8-2006 του
κοινοποίησε την από του έτους 1990 συμβολαιογραφική πράξη
ανάκλησης του παραπάνω ειδικού πληρεξούσιου και έκτοτε αρνείται να
του μεταβιβάσει το υπόλοιπο, 50% εξ αδιαιρέτου ποσοστό του ενώ
επιπλέον καταχωρήθηκε κατά το ποσοστό αυτό ως Ιδιοκτήτης του στους
κπηματολογικούς πίνακες του Κτηματολογικού γραφείου Ελευθέριου
Βενιζέλου, δυνάμει της με αριθμό 4367/2010 Απόφασης του Μονομελούς.
Πρωτοδικείου Χανίων. Με το ιστορικό αυτό ζήτησε να αναγνωριστεί η
ακυρότητα λόγω εικονικότητας του συμβολαίου πώλησης της οριζόντιας
Ιδιοκτησίας στον εναγόμενο, να αναγνωριστεί η αποκλειστική κυριότητά
του κατά ποσοστό 100% επί της οριζόντιας Ιδιοκτησίας με αιτία κτήσης
την αγοραπωλησία του οικοπέδου και το συμβόλαιο αυτοσύμβασης και να
διορθωθεί ανήστοιχα η ανακριβής πρώτη κτηματολογική εγγραφή ως
προς το ορθό ποσοστό Ιδιοκτησίας του Και επικουρικά να αναγνωριστεί η.
κυριότητα του επί της επίδικης οριζόντιας Ιδιοκτησίας κατά μεν ποσοστό
50% με αιτία αγοραπωλησίας κατά δε ποσοστό 50% με αιτία την έκτακτη
Χρησικτησία και να διορθωθεί αντιστοιχα η ανακριβής πρώτη εγγραφή.
Επί της αγωγής εκδόθηκε η με αριθμό Ί112/2021 Απόφαση του
Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων που κήρυξε εαυτό αναρμόδιο και
παρέπεμψε την υπόθεση στο καθ ύλην αρμόδιο Πολυμελές Πρωτοδικείο
Χανίων που, με τη με αριθμό 42/20248 απόφαση του, έκρινε την αγωγή,
παραδεκτή, ορισμένη και νόμιμη ερειδόμενη στις διατάξεις των άρθρων
369, 519, 1035, 1192 επ. σε συνδ. με 198, 199, 174 ΑΚ, 974, 976, 1000,
19045, 1046 ΑΚ, 68, 70, 176 ΚΠΟΛΔ, 6 παρ. Ί, παρ. 2 στοιχ. αἲ και γ’, 7,
Τα, Ί0 παρ. Ί, 11 παρ. Ί εδ αἲ και παρ. 4 και 17 παρ. Ί του Ν. 2664/1998
και απέρριψε αυτήν κατά την κύρια και επικουρική της βάσης ως αβάσιμη,
κατ’ ουσίαν.
Κατά της αποφάσεως αυτής, ήδη παραπονείται με την κρινόμενη έφεση και τους λόγους που διαλαμβάνονται σ’ αυτή ο εκκαλών και δη για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων ως προς την εἰκονικότητα του συμβολαίου αγοράς της
οριζόντιας Ιδιοκτησίας από Τον εναγόμενο και επικουρικά την απόκτηση του 50% εξ αδιαιρέτου με έκτακτη χρησικτησία, αφού έσφαλε κατά την κρίση των λόγων για τους οποίους ο εκκαλών δεν προέβη στη μεταβίβαση όλου του ακινήτου με αυτοσύμβαση, για Τους λόγους εἰσπραξης εκ μέρους του όλου του μισθώματος, για την αιτία της αντιδικίας, για Τους λόγους για Τους οποίους ο εναγόμενος σύναψε επ’ ονόματι του σύμβαση δανείου και για την εκήμηση Ιδιαίτερα του Ί4ου όρου της και, Την απουσία πράξεων νομής εκ μέρους του εναγόμενου, επιδιώκοντας την εξαφάνισή της εκκαλουμένης ώστε να γίνει δεκτή η αγωγη Από τη με αριθμ. 1200//12.10.2017 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της
Ειρηνοδίκη Χανίων, των Ελευθερίου Παντελάκη και Ιωάννη
Παπαδοκωνσταντάκη, που λήφθηκε με επιμέλεια Του ενάγοντος προς
απόδειξῃ της αγωγής, κατόπιν νομότυπης και εμπρόθεσμης κλήτευση του
εναγομένου (σχετ. υπ’ αριθμ.Ί0700Η/06.10.2017 έκθεση επίδοσης του
δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Ιωάννη
Μαδεμτζή) και τη με αριθμό Ί/2-1-2018 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της
Ειρηνοδίκη Χανίων των Ουρανίας Μπαγάκη, Κωνστανήνου Χουδαλάκη
και Ελευθερίου Παντελάκη (εκ των οποίων η τελευταία τυγχάνει
πανομοιότυπη της προαναφερθείσας – εκ μέρους του δοθείσας) που
λήφθηκε με επιμέλεια του ενάγοντος κατόπιν νομότυπης και εμπρόθεσμης
Κλήτευσης του εναγόμενου προς αντκρουση των ισχυρισμών του (σχετ.
υπ’ αριθμ. 11284/27.12.2017 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή
της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Ιωάννη Μαδεμτζή), τις υπ’ αριθμ.
1.008/15.11.2017 ένορκες βεβαιώσεις των Σοφίας Ζυγούρη και
Κωνσταντινου – Σταύρου Μαρινάκη ενώπιον της συμβολαιογράφου
Χανίων Στυλιανής Μουντάκη, που ελήφθησαν με επιμέλεια του
εναγομένου, κατόπιν νομότυπης Και εμπρόθεσμης κλήτευσης του ενάγοντος (σχετ. την υπ’ αριθμ. 1502/08.11.2017 έκθεση επίδοσης του
δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Κρήτης με έδρα το Πρωτοδικείο Χανιών, Παναγιώτη Τσετσένη), τις λοιπές προσκομιζόμενες μετ’ επικλήσεως από αμφότερους τους διαδίκους ένορκες βεβαιώσεις, που ελήφθησαν στο πλαίσιο άλλων δικών και λαμβάνονται υπόψη για τη
συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (ΟλΑΠ 8/2016 ΝΟΜΟΣ), και απὀ όλα τα έγγραφα, τα οποία νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν οἱ διάδικοι, τα οποία το Δικαστήριο λαμβάνει υπ’ όψιν του εἶε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα εἶε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, αλλά και απὀ τα
διδάγματα της κοινής πείρας, που αυτεπαγγέλτως λαμβάνονται υπόψη, αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Δυνάμει του υπ’ αριθμόν 1.148/29-7-19ΤΟ αγοραπωλητηρίου συμβολαίου της συμβολαιογράφου Χανίων Χρυσής Σηφάκη, που μεταγράφηκε νομίμως
στα βιβλία μεταγραφών του Ὑποθηκοφυλακείου Χανίων με αριθμό μεταγραφής 96917, ο ενάγων απέκτησε κατά πλήρη και αποκλειστική κυριότητα ένα ακίνητο επιφάνειας 510 τ.μ., κείμενο στην κτημαπκή περιφέρεια του χωριού Περιβόλια του Δήμου Θερίσου του Νομού Χανίων, στην ειδικότερη θέση “Μαρούλι”‘ ή “Άγιος Γεώργιος”, αντ αναγραφόμενου σε αυτό πμήματος 16.000 δρχ. Ακολούθως, δυνάμει του υπ’ αριθμόν 27004/4-9-Ί979 ειδικού πληρεξουσίου του συμβολαιογράφου Πειραιώς
Άνδρεα Αθανασόπουλου, ο εναγόμενος όρισε τον ενάγοντα ως αντιπρόσωπο και ανήκλητό του προκειμένου να συνάψει, στο όνομα και για λογαριαομό του, δάνειο με την Εθνική Κτηματική Τράπεζας Ελλάδος, Και να παραχωρήσει υπέρ αυτής εμπράγματες εξασφαλίσεις επί ακινήτων
του (εναγόμενου). Στη συνέχεια, δυνάμει του υπ’ αριθμόν 5587/6-10-1979 συμβολαίου σύστασης οριζοντιου Ιδιοκτησίας Και αγοραπωλησίας της συμβολαιογράφου Χανίων Αντωνίας Φαλαγγάρη, που μεταγράφηκε νομίμως στα βιβλία μεταγραφών του Ὑποθηκοφυλακείου Χανίων, στον
τόμο 919 με αριθμούς 115573 και 116674, ο ενάγων αφενός συνέστησε στο εν λόγω ακίνητο, που στον τιτλο αυτό φέρεται ως έκτασης 516,70 τ.μ., οριζόντια Ιδιοκτησία αποτελούμενη από ανεγερθησόμενη οικοδομή με Ἰσόγειο κατάστημα – αποθήκη επιφάνειας 271.06 τμ. με ποσοστό συνιδιοκτησίας σε ολόκληρο το οικόπεδο 40% εξ αδιαιρέτου Και από ανώγειο – στήλη αέρος με ποσοστό συνιδιοκτησίας σε ολόκληρο το οικόπεδο 60% εξ αδιαιρέτου, αφετέρου πώλησε στον εναγόμενο αδελφό που το δικαίωμα δομήσεως του ισογείου ορόφου (καταστήματος) μετά του ποσοστού συνιδιοκτησίας στο όλο οικόπεδο. Προκειμένης της σύναψης της σύμβασης αγοραπωλησίας μάλιστα, ο ενάγων συνεβλήθη ως
πωλητής για Τον εαυτό του Και ὡς αγοραστής για λογαριασμό του εναγομένου, δυνάμει του. υπ’ αριθμ. 27080/18-0-1979 ειδικού πληρεξουσίου του συμβολαιογράφου Πειραιώς Ανδρεα Αθανασόπουλου, δια του οποίου είχε εξουσιοδοτηθεί από τον εναγόμενο αφενός να πωλεί,
παραχωρεί, μεταβιβάζει και παραδίδει, προς οιονδήποτε, ακίνητά του, αφετέρου να αγοράζει ακίνητα για λογαριασμό του και να παραχωρεί στους δανειστές του εμπράγματες εξασφαλίσεις επί των ακινήτων αυτών. Ὁ ενάγων, ενεργών ως ανηπρόσωπος του εναγομένου δυνάμει του ως
άνω με αριθμό 27004 ειδικού πληρεξούσιου προέβη στη σύναψη της υπ’ αριθμόν 5758/26-11-1979 σύμβασης Χρεωλυπκού δανείου με αντισυμβαλλόμενη την ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία «Ανώνυμος Εταιρεία Εθνική Κτηματική Τράπεζα της Ελλάδος», η οποία
χορήγησε στον εναγόμενο αιία δανείου το ποσό του 1.000.000,00 δρχ., αφού ενέγραψε στον τόμο 29/ και στο φύλλο 665/ του Βιβλίου Υποθηκών. του Ὑποθηκοφυλακείου Χανίων πρώτη υποθήκη ποσού 1.100.000,00 δρχ. επί της ως άνω οριζόντιας Ιδιοκτησίας – ισόγειο κατάστημα, Ιδιοκτησίας του. Αμέσως μετά τη σύναψη του δανείου, η εξασφάλιση λήψης του οποίου ήταν κατά τον ενάγοντα ο λόγος εικονικής μεταβίβασης, στον εναγόμενο της μέλλουσας να αναγερθεί οριζόντιας Ιδιοκτησίας του
Ἰσογείου, δυνάμει του προαναφερόμενου υπ’ αριθμ. 27080//8-9-1979 ειδικού πληρεξουσίου, ο ενάγων, ὡς πληρεξούσιος, αντιπρόσωπος και αντίκλητος Ίου εναγομένου, ὅια του υπ’ αριθμ. 5783/18-12-1979
αγοραπωλητηρίου συμβολαίου της συμβολαιογράφου Χανίων Αντωνίας Φαλαγγάρη, το οποίο έχει νομίμως μεταγραφεί στα βιβλία μεταγραφών, του Ὑποθηκοφυλακείου Χανίων (τόμος 995 με αριθμό 116166), πώλησε, παραχώρησε, μεταβίβασε Καὶ παρέδωσε κατά πλήρη κυριότητα στον
εαυτό του ως αγοραστή, με αυτοσύμβαση κατ άρθρο 235 ΑΚ, το 5090 εξ αδιαιρέτου του εμβαδού 271,06 τ.μ. ισογείου καταστήματος μετά του ποσοστού συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο 4090 εξ αδιαιρέτου, που είχε μεταβιβάσει στον εναγόμενο, ενώ το υπόλοιπο 5030 εξ αδιαιρέτου αυτού
άφησε στην κυριότητα του τελευταίου. Ὁ αόριστος ισχυρισμός του ενάγοντος ότι δεν προέβη στη μεταβίβαση ολόκληρης της οριζόντιας ιδιοκτησίας στον ἴδιο ένεκα οικονομικής αδυναμίας να καλύψει τα σχετικά εξοδα μεταβίβασης, τα οποία δεν αναφέρει καν, δεν αποδείχθηκε, κατά δε
τα διδάγματα της Κοϊνής πείρας, λόγω της θέσης του ακνήτου, της Επιφάνειας και της εμπορικής του αξίας αυτά δεν κρίνονται ως ο ενάγων ισχυρίζεται, δυσβάστακτα και μη δυνάμενα να καλυφθούν στο σύνολό τους, αφού ως και ο μάρτυρας αδελφός του που εξετάστηκε επιμελεία του καταθέτει ότι διέθετε οικονομική δυνατότητα εν γένει, όντας εργαζόμενος από νεαρή ηλικία ως εμπειροτεχνίτης εργολάβος. Τουναντίον, Το γεγονός της μεταβίβασης του ημίσεως αυτής μόνον, υποδηλώνει ότι η σύμβαση πώλησης στον εναγόμενο τουλάχιστον κατά το 6036 εξ αδιαιρέτου της εν
λόγω οριζόντιας Ιδιοκτησίας ήταν σοβαρή και όχι εἰκονική, δηλονότι άλλωστε ο εναγόμενος κατά τα προηγούμενα έτη επί σειρά ετών είχε συνεισφέρει προκειμένης της αγοράς του οικοπέδου με χρήματα απὀ την εργασία του ως ναυτικός στο εξωτερικό που έστελνε στον πατέρατους. Ο Ισχυρισμός που ο ενάγων με τις προτάσεις του προέβαλε ότι η μεταβίβαση όλης της οριζόντιας Ιδιοκτησίας δεν πραγματοποιήθηκε προκειμένου να αποφευχθούν οἱ συνέπειες του Ί4ου όρου της δανειακής,
σύμβασης, σύμφωνα προς τον οποίο στην περίπτωση που το ενυπόθηκο ακίνητο ήθελε απαλλοτριωθεί “..ολικώς ή μερικώς..” η δανείστρια τράπεζα δικαιούτο εἶτε να ζητήσει απὀ τον οφειλέτη την αλλαγή ή συμπλήρωση της ασφάλειας του δανείου εἶτε να καταγγείλει τῃ σύμβαση
και να αξιώσει την προ της λήξεώς της μερική ή ολική εξόφληση, δεν
αποδείχθηκε. Τουναντιον, Παρίστατα ως ανακόλουθος αφού τα παραπάνω δικαιώματα η δανείστρια τράπεζα διατηρούσε ακόμη και στην περίπτωση μερικής, ως εν προκειμένω, μεταβίβασης του ακινήτου, οπότε η αποφυγή των εν λόγω συνεπειών δεν κρίνεται ότι δικαιολογεί την κατά το ήμισυ μεταβίβαση και ενώ, σε κάθε περίπτωση η μεταβίβαση εν γένει δεν αποκλειόταν, αφού όλο το ακίνητο ήταν βεβαρυμένο με υποθήκη υπέρ της δανείστριας τράπεζας. Ακολούθως, αφού ολοκληρώθηκε η
κατασκευή του, το προαναφερβέν Ισόγειο κατάστημα εκμισθώθηκε στην εταιρεία εμφιάλωσης νερού με την επωνυμία “CRETA HELLAS ΤΕΜ Ε.Π.Ε.» με μίσθωση η οποία έκτοτε ανανεώνεται, το δε μίσθωμα εισέπραττε και εισπράττει ο ενάγων, ο οποίος διαμένει στον άνωθεν του ισογείου καταστήματος όροφο, όπου έχει οικοδομήσει την οικία του. Ώς αποδείχθηκε, κατά την έναρξη της μίσθωσης συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων να αποπληρώνεται με το εισπραττόμενο από αυτήν μίσθωμα η
ενήμερη δόση του δανείου, αποπληρωθέντος έτσι αυτού πλήρως τον Αύγουστο του έτους 1995 οπότε και εξαλείφθηκε από τα βιβλία Υποθηκών του Ὑποθηκοφυλακείου Χανίων της υποθήκης που είχε εγγραφεί επί του Ισογείου καταστήματος. Κατά τον χρόνο αυτόν, με την υπ’ αριθμόν
36Ί4/4-9-1990 πράξη της συμβολαιογράφου Πειραιώς Αγγελικής, Μανούτσου, ο εναγόμενος εἶχε ήδη προβεί στην ανάκληση των προαναφερθέντων με αριθμούς 27004/1979 και 27080/1979, αλλά η
έγγραφη ενημέρωση του ενάγοντος έλαβε χώρα αρκετά έτη αργότερα, δυνάμει της με αριθμό 76001/9-8-2006 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Χανίων Μαρίας Ηλιάκη και αφού οἱ σχέσεις των διαδίκων εἶχε πλέον διαρραγεί. Σε κάθε περίπτωση, πάντως,
ο ενάγων δεν επιχείρησε και ενόσω το πληρεξούσιο δε εἶχε εἰσέτι ανακληθεί επί έντεκα και πλέον έτη να μεταβιβάσει στον εαυτό του με αυτοσύμβαση το έτερο 5090 της συγκυριότητας της ένδικης οριζόντιας Ιδιοκτησίας, και ενώ εἶχε ήδη εξαλειφθεί η υποθήκη της δανείστριας επ’
αυτής. Μετά την ολοσχερή εξόφληση του δανείου το έτος 1995, ο εναγόμενος εξακολουθούσε να μην αναλαμβάνει το ήμισυ του εισπραττόμενου μισθώματος, παραχωρώντας το ως συνεισφορά στην
Κάλυψη. βιοτκών αναγκών της μητέρας τους, ως καταθέτουν και οἱ μάρτυρες ανταπόδειξης και επιρρωνύεται από το γεγονός ότι πράγματι η αντιδικία μεταξύ των διαδίκων αρχίζει μετά τον θάνατο της μητέρας τους, το έτος 2008, οπότε Τότε ο εναγόμενος απαίτησε την σε αυτόν καταβολή
που ημίσεως του μισθώματος, γεγονός που ενισχύει το αληθές του Ισχυρισμού του και αντικρούει κρίσιμα τον ισχυρισμό του ενάγοντος ότι από το 1996, οπότε αποπληρώθηκε το δάνειο μέχρι το 2005 αυτός εισέπρατπε το μίσθωμα ως πλήρης και αποκλειστικός κύριος του μισθίου και μόνος εκμισθωτής αυτού. Περαπέρω, κατά την έναρξη λειτουργίας του οικείου Κτηματολογικού Γραφείου Ελ. Βενιζέλου (ήδη Κρήτης – Ὑποκατάστημα Χανίων), το έτος 2006, η ένδικη οριζόντια Ιδιοκτησία – Ισόγειο κατάστημα, που κτηματογραφήθηκε και καταχωρήθηκε υπό ΚΑΕΚ: 501100609005/0/1, στις πρώτες εγγραφές εμφανίστηκε ως ανήκουσα κατά κυριότητα, κατά μεν ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου στον ενάγοντα, με αιτία κτήσης την αγοραπωλησία και τίτλο κτήσης τον ως άνω με αριθμό 5783/18.12.1979 συμβόλαιο, κατά δε ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου σε άγνωστο ιδιοκτήτη, καθώς ήδη είχε ξεκινήσει η μεταξύ τους αντιδικία. Ειδικότερα, ο ενάγων άσκησε τη με αριθμό κατάθεσης 462/18.7.2006 αγωγή του σε βάρος του εναγομένου και σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων, ισχυριζόμενος όπως και στην κρινόμενη αγωγή, εικονικότητα της σύμβασης μεταβίβασης του καταστήματος στον εναγόμενο και εν μέρει μόνο επαναμεταβίβαση αυτής στον ίδιο αιτία οικονομικής δυσπραγίας και αιτούμενος την αναγνώριση της πλήρους και αποκλειστικής κυριότητας του σε αυτό και τη διόρθωση της οικείας κτηματολογικής εγγραφής. Η αγωγή αυτή απορρίφθηκε για τυπικούς λόγους με τη με αριθμό 38/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων. Ακολούθησε η εκ μέρους του εναγομένου άσκηση αίτησης του άρθρου 6 παρ.3 του ν.2664/1998 ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων για την διόρθωση της ως άνω πρώτης κτηματολογικής εγγραφής, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμό 367/2010 απόφαση του παραπάνω δικαστηρίου, που έκανε δεκτή την αίτηση, όπως προκύπτει από το κτηματολογικό φύλλο, στο οποίο καταχωρήθηκε με 1.179 της με ΚΑΕΚ 501100609005/0/1 οριζόντιας ιδιοκτησίας, στην οποία αφορά, χωρίς πάντως η καταχώριση αυτή να συνιστά αναγνώριση δικαιώματος κυριότητας του εναγομένου έναντι του ενάγοντος ή να συνεπάγεται δεδικασμένο για την αιτία αυτή, καθότι αντικείμενο της εν ΄λόγω δίκης είναι η διαπίστωση της ύπαρξης του σχετικού εγγραπτέου δικαιώμαατος του αιτούντος και η διόρθωση της ανακριβούς πρώτης (αρχικής) εγγραφή, σύμφωνα με τη διαπίστωση αυτή, χωρίς τη διάγνωση κανενός αμφισβητούμενου δικαιώματος, αφού η εγγραφή “αγνώστου ιδιοκτήτη” δεν ενέχει τέτεοια αμφισβ΄τηση, αλλά ακριβώς την έλλειψη διαπίστωσης του δικαιώματος που υπάρχει (ΑΠ 1020/2018). Κατόπιν, μετην άσκηση ενώπιον του Ειρηνοδικείου Χανίων της με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 77/29.5.2015 αγγωγή, ο εναγόμενος προέβη για πρώτη φορά στη διεκδίκηση δικαστικά των αναλογούντων σε αυτόν μισθωμάτων για το Χρονικό διάστημα από τον Ιανουάριο του 2008 μέχρι τον Απρίλιο του. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η με αριθμό 53/1/2022 μη οριστική απόφαση του παραπάνω δικαστηρίου, που ανέβαλε την έκδοση οριστικής. απόφασης έως την έκδοση τελεσίδικης απόφασης επί της υπό κρίση με αριθμό κατάθεσης 29/1/2017 αγωγής. Ακολούθησε η υποβολή εκ μέρους που ενάγοντος της από 12-10-2016 ἐγκλησής του εις βάρος του εναγομένου ενώπιον της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Χανίων (ΑΒΜ ΗΊΘ/1291, για την πράξη της απάτης τελούμενης διά της απόκτησης παράνομου περιουσιακού οφέλους και βλάβης της περιουσίας του (ενάγοντος), ωστόσο η δίωξη έπαυσε οριστικά λόγω παραγραφής δυνάμει της με αριθμό ΗΜ 820/2020 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Ακολούθησε η εκ μέρους του εναγομένου άσκηση ενώπιον του Ειρηνοδικείου Χανίων της με αριθμό κατάθεσης 11112021 αγωγής Κατά του ενώ ενάγοντος για την επιδίκαση των αναλογούντων σε αυτόν μισθωμάτων του μισθίου για το χρονικό διάστημα
από Μάιο 2016 – Ιούνιο 2021, εκδοθείσας σχετικά της με αριθμό 600/2022 απόφασης που έκανε αυτήν δεκτή και ήδη εκκρεμεί κατ’ αυτής έφεση και, η με άσκηση της με αριθμό 47/2020 αγωγής του εναγόμενου για την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης που υπέστη
συνεπεία ψευδούς καταμήνυσης αναφορικά με την ανάκληση των πληρεξουσίων του προς τον ενάγοντα και συκοφαντικής του δυσφήμισης επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμό 1114/2021 απόφαση του Ειρηνοδικείο Χανίων, που έκανε αυτήν δεκτή. Σημειώνεται ότι καίτοι στις
προαναφερόμενες υποθέσεις εξετάστηκε το ζήτημα της εἰκονικότητας της σύμβασης πώλησης, ὡστόσο δεν προξενείται από αυτές δεδικασμένο, καθώς η κρίση περί τούτου δεν εμπίπτει στην αρμοδιότητα τους Και αποτελεί αντικείμενο της προκείμενης δίκης. Κατόπιν τούτων, ο
Ἰσχυρισμός του ενάγοντος ότι η σύμβαση αγοραπωλησίας ήταν εικονική δεν αποδείχθηκε, τουναντίον αποδείχθηκε ὁότ ήταν σοβαρή και παράγουσα όλες τις έννομες συνέπειές της, γι αυτό Και ο ενάγων κατά τη δήλωση του ακινήτου του στο Κτηματολόγιο δήλωσε συγκύριος κατά 50% εξ αδιαιρέτου και όχι κύριος κατά 50% εξ αδιαιρέτου αιτία αγοράς και 50% εξ αδιαιρέτου δυνάμει έκτακτης χρησικτησίας. Ειδικότερα δε, κρίνεται ότι απετέλεσε το αντάλλαγμα για την οικονομική συνεισφορά του εναγόμενου προκειμένης της ανοικοδόμησης του ακινήτου καθώς αν η πρόθεση των
διαδίκων ήταν μόνον η οικονομική αρωγή του εναγόμενου προς τούτο, που οποίου τα εισοδήματα ήταν (κατά Κοινή ομολογία των διαδίκων) κανότερα του ενάγοντος, θα αρκούσε είτε η καταβολή του απαιτούμενου ποσού απευθείας στον αδελφό του και η αποφυγή με τον τρόπο αυτό
σύναψης δανείου με οφειλέτη τον διο κα χωρίς εξασφάλιση αποπληρωμής του δανείου, είτε η παροχή εγγύησης σε λήψη δανείου από τον ενάγοντα, προκειμένου να αποφευχθούν και τα έξοδα στα οποία
υποβλήθηκαν με τις παροχές πληρεξουσίου, τη σύναψη ενυπόθηκου δανείου, τα έξοδα αναμεταβίβασης. Ακόμη δε και αν ήθελε υποτεθεί αληθής ο ισχυρισμός ότι Το δάνειο έχει ληφθεί απὀ τον εναγόμενο ένεκα ευνοϊκότερων τραπεζικών όρων λόγω της εργασίας του Καὶ του
συναλλάγματος που έφερνε στην Ἑλλάδα -κάτα που Πάντως δεν προκύπτει απὀ την ἴδια τη δανειακή σύμβαση- ο ενάγων μπορούσε ως τρίτος να παραχωρήσει όλο το ακίνητο για την εμπράγματη εξασφάλιση αποπληρωμής του δανείου χωρίς να απαπείται η μεταβίβαση του στον
εναγόμενο, εφόσον άλλωστε, κατά τους Ισχυρισμούς του, ο τελευταίος δεν διατηρούσε οιοδήποτε δικαίωμα κυριότητας σε αυτό. Ὡς εκ τούτου, η επίδικη σύμβαση κρίνεται ότι δεν ήταν εικονική, αφού στην περίπτωση αυτή ο ενάγων δεν θα αμελούσε επί σειρά ετών να προβεί, και ενώ εἶχε και ειδικό προς τούτο πληρεξούσιο, με αυτοσύμβαση στην μεταβίβαση της κυριότητας, έχοντας μάλιστα ανοικοδομήσει με δικά του έξοδα έκτοτε τον πρώτο άνωθεν του επίδικου όροφο. Τουναντίον, ένεκα της οικονομικής συμβολής (και) του εναγόμενου προκειμένης της αγοράς του ακινήτου και
της εκ μέρους του λήψης του δανείου ως οφειλέτη για την αποπεράτωση της οριζόντιας Ιδιοκτησίας του ισογείου, το οποίο, ὠστόσο, θα αποπληρωνόταν απὀ κοινού, προκύπτει ότι εἶχε εξαρχής συμφωνηθεί μεταξύ των διαδίκων ως δίκαιη και εύλογη η κατ Ισομοιρία εκ μέρους τους.
συγκυριότητα επί αυτής και η συμμετοχή της τελευταίας κατά 40% εξ αδιαιρέτου στο όλο οικόπεδο. Ως εκ τούτου, δεν αποδείχθηκε ότι η δια της με. αριθμό 6581/1979 συμβολαιογραφικής πράξης καταρισθείσα σύμβαση αγοραπωλησίας της ένδικης οριζόντιας ιδιοκτησίας ήταν εικονική και δη, ότι οι δηλώσεις βουλήσεως αμφότερων των συμβληθέντων διαδίκων ήταν φαϊνομενικές, ως μη επιδιώκουσες τη μεταβίβαση της κυριότητας αυτής απὀ τον ενάγοντα στον εναγόμενο και πρέπει, συνεπώς, η αγωγή να απορριφθεί Κατά την Κύρια βάση της ὡς ουσία αβάσιμη. Επιπλέον, η αγωγή κρίνεται απορριπτέα και κατά την επικουρική της βάση. καθώς δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων είχε προ του έτους 2006 ενημερώσει τον εναγόμενο αναφορικά με την πρόθεσή του να νέμεται με διάνοια
αποκλειστικού κυρίου την ένδικη οριζόντια Ιδιοκτησία, αφού ο συγκύριος, ακόμη και αν κατέχει ολόκληρο το κοινό πράγμα, θεωρείται ότι κατείχε αυτό στο όνομα όλων των συγκυριών, έναντι των οποίων δεν μπορεί να αντιάξει κτητική παραγραφή πριν την παρέλευση εικοσαετίας από της
ενημέρωσής τους ότι αποφάσισε να νέμεται το κονό πράγμα αποκλειστικά για δικό του λογαριασμό, διότι σε περίπτωση αντιποίησης της νομής από τον αντιπρόσωπο του νομέα, αυτή δεν απόλλυται για τον τελευταίο πριν λάβει γνώση της αντιποίησης, και, μέχρις της άσκησης της κρινόμενης αγωγής δεν συμπληρώθηκε εικοσαετές Χρονικό διάστημα ακώλυτης νομής διανοία αποκλειστικού κυρίου της ἐνδικης οριζόντιας εκ μέρους του. Κατόπιν τούτων, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την
Εκκαλουμένη έκρινε τα ἴδια και απέρριψε την αγωγή, ορθά εκτιμησε όλες τις αποδείξεις Και εφάρμοσε το νόμο και εἶναι αβάσιμα όσα ανῄθετα υποστηρίζονται με τους λόγους της έφεσης. Η έφεση μετά ταύτα κρίνεται απορριπτέα στο σύνολό της Τα δικαστικά έξοδα του εφεσίβληου για τον
παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας πρέπει, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος του, να επιβληθούν σε βάρος του εκκαλούντος (άρθρ. 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠΟΛΔ), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικὀ. Τέλος, αφού η έφεση απορρίφθηκε (κατ’ ουσίαν), πρέπει σύμφωνα με το άρθρο
495 64 εδ. ε’ ΚΠΟΛΔ, να διαταχθεί η εισαγωγή του, κατατεθέντος για αυτήν παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων την από 20-6-2024 (αρ. κατάθ. 258/2024) έφεση κατά της με αριθμό 42/2024 Απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χανίων.
ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ κατ’ ουσίαν την έφεση;
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του που Παραβόλου με αριθμό
θ86179θ6995412160034 στο Δημόσιο Ταμείο.
ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ τη δικαστική δαπάνη του εφεσίβλητου σε βάρος του
Εκκαλούντος το ύψος της οποίας ορίζει στο ποσό των επτακοσίων (700)
ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε την 20η Ιουλίου 2026 και δημοσιεύθηκε
στα Χανιά στο ακροατήριο του και σε έκτακτη δημόσια αυτού συνεδρίαση,
χωρίς την παρουσία των διαδίκων, στις 21 Ιουλίου 2026.


Leave a Reply